Δώρα Κασκάλη, Κάτω

Εκδόσεις Γαβριηλίδης 2011

Archive for the category “Αναδημοσίευση”

Infrared Magazine

Ανταλλακτήριο ηδονώνΗ ποιήτρια Βάσω Χριστοδούλου κάνει ένα περιεκτικό αφιέρωμα στη μέχρι τώρα δουλειά μου. Στη στήλη της «Τα αδέσποτα»: http://infrared-mag.com/%CE%B4%CF%8E%CF%81%CE%B1-%CE%BA%CE%B1%CF%83%CE%BA%CE%AC%CE%BB%CE%B7/

Την ευχαριστώ πολύ.

Advertisements

Ανταλλακτήριο ηδονών, εκδόσεις Σαιξπηρικόν

Ανταλλακτήριο ηδονών
Η πρώτη μου ποιητική συλλογή, αμιγώς ερωτική, κυκλοφορεί σύντομα από τις εκδόσεις Σαιξπηρικόν.
Προδημοσίευση στο εξαιρετικό λογοτεχνικό e-zine poema: http://www.poema.gr/poem.php?id=527
και στο ηλεκτρονικό περιοδικό Στάχτες: http://www.networkedblogs.com/Wjdk1
Πρώτη δημοσίευση στο diastixo: http://diastixo.gr/logotexnikakeimena/poihsh/1623-tria-poihmata-dora-kaskali

Συνέντευξη στο «Πανδοχείο»

Σύντομα θα ενοποιήσω τα μπλογκ που παρακολουθούν την πορεία των βιβλίων μου σε μία σελίδα. Τα ηλεκτρονικά αυτά αρχεία ήταν πολύτιμα για μένα. Παραθέτω εδώ μία παλιότερη συνέντευξη που αναρτήθηκε τον Ιανουάριο του 2012 στο βιβλιοφιλικό μπλογκ «Πανδοχείο» του Λάμπρου Σκουζάκη, όπου γίνεται αναφορά στα διαβάσματά μου, στα δύο βιβλία μου και σε άλλα, ελπίζω όχι αδιάφορα.
Πέντε ζωές κι ένα μυθιστόρημα
Το 2012 κυκλοφόρησε ελεύθερα στο διαδίκτυο η νουβέλα μου του πολυτάλαντου Γιάννη Φαρσάρη.
Τον Ιούνιο του 2014 θα κυκλοφορήσει η πρώτη μου ποιητική συλλογή «Ανταλλακτήριο ηδονών» από τις καλαίσθητες εκδόσεις Σαιξπηρικόν του ποιητή Γιώργου Αλισάνογλου.
Τέλη αυτού του χρόνου με αρχές του επόμενου θα κυκλοφορήσει και η δεύτερη συλλογή διηγημάτων μου «Παροπλισμένοι».
Το ταξίδι συνεχίζεται

Στο αίθριο του Πανδοχείου, Δώρα Κασκάλη

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.
Είναι πολλοί και αντιπροσωπεύουν αναγνωστικές προτιμήσεις διαφορετικών περιόδων της ζωής μου. Πρόχειρη λίστα με τους έλληνες: Γεώργιος Βιζυηνός, Κωνσταντίνος Θεοτόκης, Μιχαήλ Μητσάκης, Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Κωνσταντίνος Καβάφης, Δημοσθένης Βουτυράς, Γιώργος Σεφέρης, Γιώργος Θεοτοκάς, Νίκος Εγγονόπουλος, Μ.Καραγάτσης, Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Μανόλης Αναγνωστάκης, Γιώργος Ιωάννου, Νίκος Αλέξης Ασλάνογλου, Μάριος Χάκκας, Ανδρέας Φραγκιάς, Δημήτρης Χατζής, Άρης Αλεξάνδρου, Αργύρης Χιόνης, Άρης Φακίνος, Βασίλης Αλεξάκης, Μένης Κουμανταρέας, Ηλίας Χ. Παπαδημητρακόπουλος, Περικλής Σφυρίδης, Μάρω Δούκα, Ρέα Γαλανάκη, Θανάσης Μαρκόπουλος, Δημήτρης Δημητριάδης, Βασίλης Γκουρογιάννης και οι κάπως νεότεροι βορειοελλαδίτες διηγηματογράφοι (Τάσος Καλούτσας, Κοσμάς Χαρπαντίδης, Βασίλης Τσιαμπούσης, Ηλίας Παπαμόσχος). Και με τους ξένους: Σααδί, Ε.Α. Πόε, Σταντάλ, Γκυστάβ Φλωμπέρ, Φιόντορ Ντοστογιέφσκι Άντον Τσέχοφ, Μαξίμ Γκόρκι, Νικολάι Γκόγκολ, Λέων Τολστόι, Χόρχε Λουίς Μπόρχες, Φερνάντο Πεσσόα, Τ. Σ. Έλιοτ, Μαρσέλ Προυστ, Αλμπέρ Καμύ, Φραντς Κάφκα, Τόμας Μαν, Τζον Στάινμπεκ, Σκοτ Φιτζέραλντ, Σύλβια Πλαθ, Φρανσουάζ Σαγκάν, Γιούκιο Μισίμα, ΄Ιταλο Καλβίνο, Τζ. Ντ. Σάλιντζερ, Ρέιμοντ Κάρβερ, Τζέφρι Ευγενίδης. Δυστυχώς τα τελευταία χρόνια δεν διάβασα αρκετή σύγχρονη ξένη λογοτεχνία, παρά μόνο γνωρίζω κάποια ονόματα καθαρά δημοσιογραφικά.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.
ΛοιμόςΔεν θα είμαι αναλυτική για να μην καταχραστώ το χώρο σας. Αν βάλετε σε κάθε παραπάνω όνομα δύο με τρία έργα του, ο κατάλογος θα είναι μακρύς, ειδικά αν προστεθούν και μεμονωμένα έργα συγγραφέων. Τηλεγραφικά μόνο θα πω ορισμένα Ελλήνων: Ακυβέρνητες Πολιτείες του Τσίρκα, Λοιμός του Φραγκιά, Το κιβώτιο του Αλεξάνδρου και η τριλογία του Άρη Φακίνου (Το κάστρο της μνήμης, Κλεμμένη ζωή, Το όνειρο του πρωτομάστορα Νικήτα).

Αγαπημένα σας διηγήματα.
Θα αναφέρω για ευνόητους λόγους κάποια διηγήματα παλιότερων συγγραφέων: «Μοσκώβ-Σελήμ» του Βιζυηνού, «Ο έρωτας στα χιόνια» του Παπαδιαμάντη, «Πίστομα» του Θεοτόκη, «Παραρλάμα» του Βουτυρά, «Σαμπεθάι Καμπιλής» του Χατζή.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος Έλληνας λογοτέχνης;
Κάτι θα γίνει θα δεις Χρήστος ΟικονόμουΟ Χρήστος Οικονόμου και ειδικά για το τελευταίο βιβλίο του Κάτι θα γίνει θα δεις. Γα να μην αδικήσω τους υπόλοιπους νέους συγγραφείς, πρέπει να ομολογήσω ότι δεν έχω αρκετό χρόνο για να διαβάσω δουλειά τους. Ενημερώνομαι, όμως, από τον ηλεκτρονικό τύπο και τα περιοδικά και βλέπω με μεγάλη μου χαρά ένα δημιουργικό ξέσπασμα των σημερινών περί τα τριάντα –αλλά και νεότερων- συγγραφέων, ποιητών και πεζογράφων.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;
Στο τρένοΤους ήρωες των διηγημάτων της πρώτης μου συλλογής τους έχω αφήσει στις αέναες διαδρομές τους πάνω στις ξεφτισμένες θέσεις των συρμών, να ανοίγουν κουβέντα με τους περαστικούς. Όσο για τις γυναίκες του «Κάτω», μαθαίνω νέα τους από τους αναγνώστες που άρχισαν να διαβάζουν το βιβλίο, το οποίο κυκλοφόρησε πρόσφατα, και εκπλήσσομαι από όσα τους ανιστορούν ερήμην μου.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.
Η ναξιώτισσα Αριάγνη του ομώνυμου βιβλίου του Τσίρκα από την Τριλογία του που κατοικεί στο Κάιρο σε ένα ιδιότυπο λαβύρινθο: ανεξίθρησκη συντρέχει τους ντόπιους, γίνεται το καταφύγιο του κυνηγημένου Σιμωνίδη, ζει έναν έρωτα χωρίς ανταπόκριση κι όμως βασανιστικά παρόντα για 23 χρόνια με τον Γιούνες και υπερασπίζεται τη δική της πανανθρώπινη ηθική.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;
Στο τρένο και μάλιστα πολλές φορές. Στη διαδρομή Θεσσαλονίκη-Αθήνα έχω καταφέρει να γράψω ολόκληρα –σύντομα- διηγήματα.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;
Καθετί μπορεί να ενεργοποιήσει την έμπνευση: οι άνθρωποι που συναντώ, μια είδηση στο διαδίκτυο, μια εικόνα έξω από το παράθυρο του αυτοκινήτου, ένα πρόσωπο στο λεωφορείο. Παρακολουθώ ηδονοβλεπτικά τα πάντα γύρω μου. Εκείνη τη στιγμή κινητοποιείται όλος ο μηχανισμός της φαντασίας και στήνεται ο βασικός σκελετός της πλοκής. Όταν, αργότερα, καταγράφω την ιστορία στον υπολογιστή μου, πολλές φορές το κείμενο με πάει αλλού και αναθεωρώ ακόμη και ολόκληρο το οικοδόμημα που ξεκίνησα να στήνω. Αυτά προκειμένου για τα διηγήματα. Η συγγραφή ενός μυθιστορήματος είναι μια εργασία πιο συστηματική και λιγότερο παρορμητική, γι’ αυτό και δυσκολότερη για μένα που έχω συνηθίσει να γράφω στη σύντομη φόρμα.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;
Εργάζομαι όταν και όποτε μπορώ να βρω λίγο χρόνο. Συνήθως επεξεργάζομαι εγκεφαλικά κατά τη διάρκεια της ημέρας μια βασική ιδέα με συνηθέστερη υπόκρουση το Τρίτο Πρόγραμμα που ακούγεται σταθερά στο σπίτι, αλλά και τις πρώτες κουβέντες της κόρης μου, το κλάμα του γιου μου, όλη αυτή τη μουσική του μικρόκοσμου του σπιτιού μου που παρέχει ασφάλεια, χαμόγελο και κουράγιο ακόμη και όταν η έμπνευση κάνει κοιλιά. Διαύγεια για να γράψω έχω αργά το βράδυ, μαζί όμως και με τη συσσωρευμένη κούραση από τις ημερήσιες φροντίδες.
Προτιμώ να ακούω σάουντρακ από αγαπημένες ταινίες, Philip Glass, Michael Nyman, Ryuichi Sakamoto, Zbigniew Preisner, Wim Mertens, Arvo Pärt, Sylvain Chauveau.

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα των δυο βιβλίων σας;
11Το πρώτο μου βιβλίο Στο τρένο (εκδ. Γαβριηλίδης 2010) είναι μια συλλογή διηγημάτων με ιστορίες επιβατών, οι οποίοι στις διαδρομές τους πάνω στη γραμμή «Πύθιο-Σταθμός Λαρίσης» ζουν τα δικά τους πάθη που αποτελούν το πρωταρχικό καύσιμο της ζωής: έρωτας-σεξ-θάνατος. Το δεύτερο βιβλίο μου είναι το μυθιστόρημα Κάτω από τις ίδιες εκδόσεις, το οποίο κυκλοφόρησε λίγο πριν εκπνεύσει το 2011. Σπονδυλωτό βιβλίο, αφηγείται ιστορίες γυναικών –ζώντων και νεκρών- μέσα στο χλωρό παράδεισο ενός νησιού, καταγράφοντας τις επιθυμίες, τα ελλείμματά τους, τον αγώνα τους για επιβίωση. Στο τέλος του βιβλίου, τις μικρές ζωές τους ξεθεμελιώνει μια σαρωτική κρίση που υποχρεώνει όλες τις ηρωίδες να επαναπροσδιορίσουν τη ζωή και τις επιλογές τους.

Πώς βιοπορίζεστε;
Εργάζομαι στο υπουργείο Δικαιοσύνης. Παλαιότερα, εργάστηκα για οκτώ χρόνια σε Τράπεζα.

Η υπό εκπόνηση διατριβή σας αφορά τις εκφάνσεις της ελληνικότητας στη μεταναστευτική λογοτεχνία. Πώς επιλέξατε αυτό το ιδιαίτερα ενδιαφέρον θέμα, τι αφορά, ποια όρια έχετε βάλει στο θέμα σας, σε ποιο σημείο βρίσκεστε;
Σε συνεργασία με την επόπτριά μου, καθηγήτρια στο Α.Π.Θ. Μαίρη Μικέ, αποφασίσαμε να μελετήσω παραδειγματικά τη μεταναστευτική λογοτεχνία ώστε να ιχνηλατήσω τις μεταμορφώσεις της ιδέας της πατρίδας και της ελληνικότητας στα κείμενα Ελλήνων που έζησαν στην αλλοδαπή και μεταφέρουν τη μεταναστευτική εμπειρία τους όσο και εκείνων που δημιουργούν στην Ελλάδα, αλλά έχουν θέμα τους μετανάστες. Χρονικά περιορίσαμε το θέμα από τις αρχές του 20ού αιώνα έως τα μέσα της δεκαετίας του ’90. Τα τελευταία χρόνια η μετανάστευση και η ετερότητα ήταν ζητήματα ιδιαίτερα προσφιλή στην έρευνα. Δυστυχώς, μετά τη μελέτη ενός σημαντικού μέρους της μεταναστευτικής λογοτεχνίας, το διδακτορικό μου έμεινε λιγάκι πίσω λόγω της απόκτησης των δύο παιδιών μου.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;
Νομίζω ότι είναι δύσκολο να απαντήσω για το ποιο είναι το αγαπημένο μου λογοτεχνικό περιοδικό. Έχω ιδιαίτερη σχέση μαζί τους, ειδικά με τα περιοδικά της περιφέρειας, γιατί υπήρξαν εξαιρετικά φιλόξενα και μου διέθεσαν τις σελίδες τους για να δημοσιεύσω τα πρώτα μου διηγήματα.
Η Παρέμβαση της Κοζάνης, η Εξώπολις της Αλεξανδρούπολης, στα οποία είμαι τακτική συνεργάτης, είναι αυτά που νιώθω πιο κοντινά μου. Αλλά και τα περιοδικά της Θεσσαλονίκης Εντευκτήριο –ο Γ. Κορδομενίδης εκδίδει ένα υψηλών προδιαγραφών περιοδικό- και Ένεκεν, το πάντα έγκυρο και πρωτοπόρο Πλανόδιον και το εξαιρετικό Εμβόλιμον είναι από τα περιοδικά που δεν θα μπορούσα να μην αναφέρω.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;
Τον Μάριο Χάκκα.

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;
Παρίσι-Τέξας Βιμ ΒέντερςΠαρακολουθώ και θέατρο και σινεμά. Θα αναφέρω εδώ κάποιους αγαπημένους δημιουργούς: ο «Δεκάλογος» του Κισλόφσκι (ειδικά η «Μικρή ιστορία για ένα φόνο» και η «Μικρή ερωτική ιστορία»), όλες οι ταινίες του Ταρκόφσκι –παράλληλα με την ανάγνωση των «Σμιλεύοντας το χρόνο» και «Μαρτυρολόγιο»-, ο ιταλικός νεορεαλισμός (Ροσσελίνι, Ντε Σίκα), ο Φελίνι, ο Μπέργκμαν, ο Ακίρα Κουροσάβα, ο Βέντερς μέχρι και την ταινία «Τα φτερά του έρωτα», οι αδερφοί Ταβιάνι, ο Νικίτα Μιχάλκοφ, ο Φρανσουά Τριφό, οι παλιότερες του Γούντι Άλεν μέχρι και την ταινία «Η Χάνα και οι αδερφές της», ο Στίβεν Φρίαρς, ο Γκας βαν Σαντ, ο Αρονόφκσι, ο Ιναρίτου, ο Λαρς φον Τρίερ. Από τα μαθητικά μου χρόνια παρακολουθούσα με προσήλωση τις ταινίες του Γκοντάρ και του Φελίνι στην κρατική τηλεόραση και ως φοιτήτρια υπήρξα φανατική σινεφίλ. Απωθημένο μου εξακολουθεί να είναι η σκηνοθεσία, ενώ είχα και μια σύντομη θητεία στην «Πειραματική Σκηνή της Τέχνης» ως βοηθός σκηνοθέτη. Όποτε κατεβαίνω στην Αθήνα συνήθως παρακολουθώ τις παραστάσεις του «Θεάτρου του Νέου Κόσμου», του «Επί Κολωνώ» και του «Θεάτρου οδού Κεφαλληνίας».

Γράψατε ποτέ ποίηση – κι αν όχι, για ποιο λόγο;
Αυτή την περίοδο δοκιμάζω τις δυνάμεις και τις αντοχές μου στην ποίηση. Είμαι σε μια διαδικασία μαθητείας.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;
Προσπαθώ να επιστρέψω στα καθαρά επιστημονικά μου διαβάσματα που αφορούν στην εθνική ταυτότητα. Τώρα μελετώ το βιβλίο του Στάθη Γουργουρή «Έθνος-όνειρο».

Τι γράφετε τώρα;
Μια σειρά διηγημάτων με κοινό θεματικό άξονα την τρίτη ηλικία. Ήδη ένα διήγημα εξ αυτών θα αναρτηθεί στο one story, τη σελίδα που επιμελείται ο Γιάννης Φαρσάρης (http://www.onestory.gr/).

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!
Όλες οι ερωτήσεις σας ήταν εξαιρετικές!

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;
Από το 2007 διατηρώ ένα λογοτεχνικό μπλογκ, το οποίο υπήρξε και η αιτία για να ασχοληθώ συστηματικότερα με τη γραφή. Σήμερα πλέον υπολειτουργεί ελλείψει χρόνου, ωστόσο είναι πάντοτε μια καλή εξάσκηση για τη σύντομη φόρμα που με ενδιαφέρει ιδιαίτερα. Για τα δυο μου βιβλία άνοιξα ισάριθμα μπλογκ, τα οποία ενημερώνω με εκδηλώσεις, κριτικές, αλλά και αποσπάσματα. Πρόσφατα άνοιξα κι ένα λογαριασμό στο facebook.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν αυτή τη συναλλαγή;
Η λογοτεχνία αιχμαλωτίζει κάτι από την αιώνια νιότη της στιγμής. Ήδη εμείς που μετέχουμε στο θαύμα της, δεν κερδίζουμε μια κάποια αθανασία; Αυτό μου είναι αρκετό.

Θανάσης Μαρκόπουλος, Όψεις και συνόψεις, τχ. 166-167 Περ. Παρέμβαση

Η Δώρα Κασκάλη, η οποία σπούδασε Ελληνική Φιλολογία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, επανέρχεται πολύ σύντομα στην εκδοτική επικαιρότητα. Δεύτερο βιβλίο του «Κάτω», μετά τις περσινές ιστορίες του «Τρένου», κι όλα δείχνουν ένα σημαντικό προχώρημα προς την κατάκτηση της συγγραφικής ωριμότητας.
Το βιβλίο συγκροτείται σε δεκαέξι κεφάλαια, τα οποία τιτλοφορούνται με θηλυκά ονόματα ανθρώπων ή τόπων κι έχουν ως μότο στίχους ή πεζογραφικά αποσπάσματα Ελλήνων συγγραφέων.Στο κέντρο βρίσκεται η Καλλιρρόη και η Καρδιά, δυο χωριά στα ορεινά ενός ανώνυμου νησιού, όπου καταφεύγουν για τις καλοκαιρινές τους διακοπές οι δύο βασικές ηρωίδες από τη Θεσσαλονίκη, η Άννα και η Αντιγόνη, άνεργη φιλόλογος η πρώτη, υπάλληλος της Νομαρχίας η δεύτερη και επίδοξη συγγραφέας. Βασικές, γιατί γίνονται η αφετηρία όλων των εξελίξεων, εξωτερικών και εσωτερικών, του επαρχιακού και του δικού τους μικρόκοσμου και γιατί είναι οι μόνες που αναλαμβάνουν την αφήγηση σε έντεκα κεφάλαια -στα υπόλοιπα πέντε η αφήγηση τυπικά μονάχα είναι τριτοπρόσωπη, αφού υιοθετεί κι εκεί τη ματιά της εκάστοτε πρωταγωνίστριας.
Παλιές ιστορίες και μύθοι, φονικά κι αρρώστιες στοιχειώνουν τον ξενώνα της «Διώνης», αδιέξοδα οικογενειακά, επαγγελματικά ανδρών και γυναικών, καινούργια προβλήματα, όπως τίθενται από την επικαιρότητα, το μεταναστευτικό με την εκμετάλλευση γυναικών από τη Ρωσία και κυρίως η οικονομική, κοινωνικοπολιτική και πολιτισμική εντέλει κρίση, η οποία ταλανίζει τους ανθρώπους του καιρού μας και απειλεί να συντρίψει τον κοινωνικό ιστό. Δε λείπει και το παιχνίδι της αυτοαναφορικότητας, αχρείαστο, κατά τη γνώμη μου, έτσι που έχει φθαρεί τα τελευταία χρόνια από την πολυχρησία, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι από ένα σημείο και πέρα ξεχνιέται κι ανασταίνεται στο τέλος και μάλιστα με χαρακτήρα άκρως πολιτικό, επαναστατικό. Το βιβλίο κλείνει με το πρώτο κεφάλαιο του Μυθιστορήματος «Μανία», που συγγράφει η Αντιγόνη, κι έχει ως θέμα την αναίμακτη επανάσταση, η οποία ξεκινάει από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και παίρνει την εξουσία στα χέρια της, προσπαθώντας να βάλει μια τάξη στην αταξία. Είναι προφανής η αναφορά στο αίτημα, που ολοένα και πιο επιτακτικά προβάλλει εσχάτως η κοινωνία, για μια ανανεωτική πολιτική παρέμβαση από ανθρώπους άφθαρτους, η οποία θα ανατρέψει το χρεοκοπημένο πολιτικό σύστημα και θα ανοίξει μια άλλη προοπτική για τον τόπο.
Το «Κάτω» εντέλει είναι ένα μυθιστόρημα που πασκίζει να φωτίσει τα πάθη και τα παθήματα των ανθρώπων αλλά και να αγγίξει φλέγοντα ζητήματα του καιρού μας. Πρόκειται για έργο που πείθει με την αλήθεια των χαρακτήρων και τη σιγουριά της γραφής του και διαβάζεται άνετα, χωρίς να καταφεύγει σε ευκολίες. Ένα πράγματι σημαντικό βήμα της Δώρας Κασκάλη προς την ωριμότητα.
σ. 94-95, περ. Παρέμβαση της Κοζάνης, τχ. 166-167.

H ψίχα των γυναικών, Διονύσης Μαρίνος, www.diavasame.gr

Η ψίχα των γυναικών
Ονόματα. Ονόματα γυναικών. Ιδιότητες γυναικών. Χαρακτήρες εκτοπισμένοι από το χρόνο και το χώρο και ταυτόχρονα αναγκασμένοι από τη ζωή να ξαναβρούν το υφάδι που τους ενώνει με τον κόσμο. Οι ηρωίδες του «Κάτω», γυναίκες ως επί το πλείστον, φέρουν το βάρος μια ζωής τεθλασμένης και ρημαγμένης από τις συνθήκες (οικονομικές, κοινωνικές, οικογενειακές -ακόμη κι από αυτές της μοίρας) και ενίοτε από τους άντρες με τους οποίους έζησαν.

Η Άννα, η Αντιγόνη, η Στέλλα, η Λιούμπα, η Ειρήνη, η Ρωξάνη είναι οι θηλυκοί πόλοι μιας ζωής που ξοδεύεται, που αφανίζεται, που μάχεται επί ματαίω, που αναζητεί ένα νόημα ύπαρξης.

Δεν μοιρολογούν, αλλά δεν γνωρίζουν και τον τρόπο για να αντισταθούν. Τον μαθαίνουν εν προόδω, μέσα από τα πάθη και τα λάθη τους.

Η Δώρα Κασκάλη στήνει ένα πολυπρισματικό, πολυφωνικό μυθιστόρημα πατώντας σε έναν ρεαλισμό που, όμως, δεν ρέπει προς την «προφάνεια» και τον φορμαλισμό. Καίτοι χρησιμοποιεί υλικά που η λογοτεχνία (ελληνική και παγκόσμια) έχει επεξεργαστεί κατά κόρον, αφήνει τις ηρωίδες να κάνουν «παιχνίδι». Δεν επεμβαίνει επί της δράσης, δεν επιβλέπει, δεν διορθώνει, δεν υποσημειώνει.

Η πλοκή μεταφέρεται σε ένα ορεινό χωριό κάποιου νησιού – έναν χώρο φορτισμένο έντονα από το παρελθόν του αλλά και από το πνιγηρό παρόν του. Σε αυτό το κουκούλι κινούνται οι γυναικείες υποστάσεις. Όμως, ακόμα και αυτός ο χώρος διαθλάται μπρος στα μάτια μας: παρά τη γραμμική ανάπτυξη του μυθιστορήματος, υπάρχουν «δράσεις» που μας μεταφέρουν στο απώτατο παρελθόν, πάθη που παραμένουν στο κατακάθι του παρόντος και πράξεις που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον.

Επί της ουσίας, το «Κάτω» με θαυμαστή οικονομία διατρέχει δύο αιώνες… Ελλάδας, κάνει χειροπιαστές κάποιες μακρινές εικόνες φεουδαρχικής ζωής στην επαρχία, εισβάλλει στο παρόν με τρόπο καίριο (η οικονομική κρίση και τα συμπαρομαρτούντα αυτής είναι έντονα) και μέσω της Αντιγόνης, που φιλοδοξεί να γίνει συγγραφέας, βλέπουμε –ως μια προβολή στο μέλλον- και μια «φέτα» πραγματικότητας που μας περιμένει την επαύριον.

Το «Κάτω» είναι ένα μυθιστόρημα γραμμένο από γυναίκα, με κεντρικές ηρωίδες γυναίκες, αλλά που δεν απευθύνεται μόνο σε γυναίκες (sic). Ο… οίκος του ασθενούς φύλου είναι γεμάτος από αντρικές παρουσίες που λειτουργούν ως σπινθήρες. Άντρες βίαιοι, δεσποτικοί, έκφυλοι, «παραδοσιακοί», άντρες δυνάστες και άντρες γεμάτοι τύψεις για όσα έκαναν ή δεν έκαναν στη ζωή τους. Ένας χορός που στήνεται γύρω από το θήλυ, τη σταθερή καρδιά αυτού του κόσμου.

Τεχνικά, το μυθιστόρημα είναι χωρισμένο σε 16 κεφάλαια. Κάθε ένα από αυτά φέρει ένα γυναίκειο όνομα. Κάθε ένα από αυτά, όμως, «συνομιλεί» υποδόρια με την προμετωπίδα του (συνήθως αποσπάσματα ποιημάτων γραμμένα από άντρες). Το επίσης ενδιαφέρον είναι ότι κάποιοι από τους σπονδύλους μπορούν να λειτουργήσουν και αυτόνομα (χαρακτηριστικό παράδειγμα το κεφάλαιο με την ονομασία «Δημοκρατία»). Διόλου παράξενο, καθώς η Κασκάλη έγινε γνωστή με την επιτυχημένη συλλογή διηγημάτων «Στο τρένο» και εξακολουθεί να διακονεί το είδος.

Εν τέλει εδώ έχουμε ένα μυθιστόρημα με στιβαρή γλώσσα, με κατεργασμένη δομή, με χαρακτήρες ευδιάκριτους (αυτό που λέμε «της διπλανής πόρτας») και με θεματική που πατάει στο σήμερα δίχως να κραυγάζει συνθήματα και τσιτάτα.

Πηγή: http://www.diavasame.gr

Θέματα γυναικών του Βαγγέλη Σερδάρη, περ. Ένεκεν

Eneken Cover 26blog

Στο βιβλίο Κάτω της Δώρας Κασκάλη η εξαιρετική αφήγηση δένει με τις στιγμές της ιστορίας που διηγείται η συγγραφέας σαν να τις έζησε η ίδια, σαν να ήταν η ίδια μέσα στα γεγονότα, σαν μια αληθινή ιστορία. Η Αντιγόνη και η Άννα είναι δύο νέες γυναίκες , που κάνουν καλοκαιρινές διακοπές σε ένα ορεινό παραδοσιακό χωριό ενός αιγαιοπελαγίτικου νησιού. Η Αντιγόνη είναι συγγραφέας και ψάχνει να βρει τον ήρωα για το επόμενο βιβλίο της. Η Άννα ψάχνει την ανεμελιά της. Ζώντας όμως στο χωριό, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο έρχονται σε επαφή με τους ντόπιους και έτσι μαθαίνουν τις ιστορίες ανθρώπων μιας μικροκοινωνίας που συνθέτουν την ιστορία του χωριού. Πρόκειται για ιστορίες γυναικών στις οποίες διακρίνουμε  τη σύγχρονη πραγματικότητα που αφορά στο γυναικείο φύλο. Αφηγούμενη τα πάθη, τους έρωτες, την καταπίεση, τις σχέσεις με τους άνδρες, την πολυπλοκότητα αλλά και την αφέλεια μιας μικροκοινωνίας στην ελληνική επαρχία, η συγγραφέας μας παρουσιάζει τον πίνακα της σύγχρονης νεοελληνικής  κοινωνίας. Μας άρεσε η ιστορία της Όλγας και μας συγκίνησε. Η Κασκάλη είναι από τους πιο ενδιαφέροντες αφηγητές της νεοελληνικής πεζογραφίας και το αφηγηματικό της ύφος, όπως το παρατηρούμε να διαμορφώνεται από βιβλίο σε βιβλίο της, μας παραπέμπει στην κινηματογραφική ματιά και την ευστοχία του κινηματογραφικού λόγου. Το βιβλίο διαβάζεται ευχάριστα και συγκινεί τον αναγνώστη.

Ένεκεν, Οκτώβριος-Νοέμβριος-Δεκέμβριος 2012

Ανάγνωση της Άννας κουστινούδη στο τεύχος νο 19 του ηλεκτρονικού περιοδικού Βακχικόν

Κάτω, Μυθιστόρημα, Δώρα Κασκάλη, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2011

A woman in the shape of a monster   a monster in the shape of a woman   the skies are full of them. Adrienne Rich

Εχω γεμίσει μ΄έναν τυφλό θυμό που ξεχειλάει από μέσα μου και δεν ξέρω ποιόν και τι θα πάρει στο διάβα του… κάτι σαν το ρέμα της Γιασημώς έξω απ’ την Καλλιρόη, που…ξυπνάει άξαφνα απ΄το λήθαργό του και πνίγει από ζωντανά μέχρι ανθρώπους. Δώρα Κασκάλη

εγώ πιά δεν του ανήκω και πρέπει μονάχη να είμαι, εγώ, η άνθρωπος. Ζωή Καρέλλη

 

Η περιπέτεια της αφήγησης στο μυθιστόρημα «Κάτω» της Δώρας Κασκάλη είναι γυναικεία υπόθεση. Η γυναικεία οπτική είναι αυτή πού κυριαρχεί, παρά το γεγονός ότι τοποθετείται και εξελίσσεται κυριολεκτικά «Κάτω» από τη ματιά και την επίβλεψη του πατριαρχικού λόγου και βλέμματος, γεγονός που αποτελεί μια ενδιαφέρουσα αντίθεση και ένα διακειμενικό εύρημα πού δεν περνάνε απαρατήρητα. Ενδιαφέρων και ο αμφίσημος τίτλος του βιβλίου, ο οποίος ποικιλοτρόπως πραπέμπει όχι μονο στο ενδοδιηγητικό σύμπαν του κειμένου, αλλά και  στην, από πολλές απόψεις «Κάτω», σύγχρονη Ελληνική πραγματικότητα.
Το χωροχρονικό περικείμενο της οριζόντιας αφήγησης τοποθετείται στο παρόν, στη σύγχρονη Ελλάδα της οικονομικής και αξιακής κρίσης και σκιαγραφεί καταστάσεις παρόμοιες μ’ αυτές που βιώνουν ο σημερινός αναγνώστης και αναγνώστρια. Ωστόσο, ο χωροχρόνος και η μυθιστορία στο «Κάτω» λειτουργούν, όπως θα δούμε, και διαχρονικά, σε παράλληλα αφηγηματικά επίπεδα, ενώ ο κάθετος αφηγηματικός άξονας εμφορείται από τις εξίσου διαχρονικά επίκαιρες θεματικές/προβληματικές του ματαιωμένου έρωτα, των  καθοριστικής σημασίας για την ανθρώπινη κατάσταση ενδοοικογενειακών σχέσεων, της έμφυλης και ταξικής υποκειμενικότητας, καθώς και από τα εν γένει υπαρξιακά διλλήματα του ανθρώπινου υποκειμένου.
Κάθε ένα από τα δεκαέξι κεφάλαια του βιβλίου άλλοτε φέρει ως τίτλο το όνομα μίας εκ των ηρωίδων του (Άννα, Αντιγόνη, Στέλλα, κ.α.) και άλλοτε κάποιο περικειμενικό τοπωνύμιο, πάντα γένους θηλυκού (Διώνη, Αρνησάνη, Καλλιρόη), στο χώρο του οποίου κινούνται, πάσχουν και εξελίσσονται, συγχρονικά και διαχρονικά, οι ηρωίδες-αφηγήτριες. Ωστόσο, είναι αξιοσημείωτο, όπως έχει ήδη αναφερθεί, το γεγονός ότι ο ανδρικός έντεχνος λόγος είναι αυτός που στην κυριολεξία μονοπωλεί το βλέμμα της αναγνώστριας/η στην αρχή κάθε κεφαλαίου, εν είδει ποιητικών, κυρίως, αλλά και πεζών σπαραγμάτων, πού χρησιμοποιούνται ως εισαγωγικά μόττο, εξισορροπώντας, εν είδει εξιλέωσης(;), έτσι την γυναικοκεντρική αφηγηματική επιλογή της συγγραφέως. Όλα τους, πλήν ενός – αυτό της πλέον καταξιωμένης ποιήτριας και ακαδημαϊκού Κικής Δημουλά – υπογράφονται από καθιερωμένους στο λογοτεχνικό κανόνα και στην συλλογική αναγνωστική συνείδηση ποιητές και πεζογράφους και προϊδεάζουν υπαινικτικά για τη θεματική  της κάθε ενότητας.
Στο «Κάτω» η Κασκάλη χειρίζεται με μαεστρία το μυθοπλαστικό υλικό της επιλέγοντας την τεχνική της πολυπρισματικής αφήγησης, και συνακόλουθα, της πολυφωνικότητας, ενώ στο ενδέκατο, όπως και στο προτελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου, ενεργοποιείται και η σύμβαση της επιστολικής μυθιστορίας. Δεν επιστρατεύεται κάποιος παντογνώστης εξωδιηγητικός αφηγητής/τρια, δομείται, ωστόσο, μια σειρά από αποσπασματικά αλληλοκαλυπτόμενες ενδοδιηγητικές γυναικείες φωνές του παρόντος και του παρελθόντος, που διατρέχουν, και, ενίοτε, στοιχειώνουν τα διάκενα της γραφής ως φαντασματικές και αρχετυπικές μορφές. Τέτοιες είναι οι τραγικές νεκρικές φιγούρες της πολύπαθης, κατατρεγμένης μετανάστριας Όλγας, της κακοποιημένης από τον αιμομίκτη πατέρα και δολοφόνο της, Φωτεινής και της φημολογούμενης μάγισσας Γιασημώς, η εξοστρακισμένη μορφή της οποίας αναδύεται μέσα και «Κάτω» από το ονειρικό υποσυνείδητο, από τα έγκατα του κειμένου, αφηγούμενη την ομαδική καταδίωξη της και τον ίδιο της το φόνο μέσα από την κατοπτρική φωνή της σύχρονης αφηγήτριας Άννας. Φωνές, τόσο καταπιεσμένων, όσο και καταπιεστικών, γυναικών, λοιπόν, κυριαρχούν και εστιάζουν στο αφηγηματικό παρόν και παρελθόν, ευρισκόμενες μεταξύ τους σε έναν συνεχή, διαγενεακό διάλογο, μια και μοιράζονται παρόμοιες επιθυμίες, ελπίδες, αυταπάτες, απώλειες, βιώματα και αδιέξοδα, παρά την ιδιοσυγκρασιακή και εθνολογική ιδιαιτερότητά τους, το χρονικό χάσμα που τις χωρίζει και τις ιστορικές και κοινωνικο-οικονομικές συνθήκες που τις διαφοροποιούν και τις συγκροτούν ως έμφυλα και εθνικά υποκείμενα. Ταυτόχρονα, συνδιαλέγονται με έναν εξίσου αποσπασματικό ανδρικό αφηγηματικό λόγο, ο οποίος, αν και εγκιβωτισμένος στο περιθώριο, αναλαμβάνει την αφηγηματική σκυτάλη σε κομβικά για την εξέλιξη της πλοκής σημεία του κειμένου, γεγονός που σηματοδοτείται και από την αλλαγή στη μορφή των γλωσσικών συμβόλων του κειμένου, με τη γραφή να μετατρέπεται από όρθια σε πλάγια.
Αυτά τα αναληπτικά σημεία διείσδυσης της ανδρικής ματιάς αφορούν σχεδόν πάντα στην τροφοδοσία της γραφής με τις λεπτομέρειες εκείνες του χωροχρονικού περικειμένου, πού αποτελούν κομμάτι της Ιστορίας της νησιωτικής υπαίθρου, όπου δρούν και έδρασαν οι χαρακτήρες. Συγκροτούν ένα παράλληλο αφηγηματικό, και ακραιφνώς πατριαρχικό σύμπαν, το οποίο εμφορείται από επιμέρους ιστορίες και αφηγήματα της ντόπιας προφορικής παράδοσης, με έμβλημά τους τον έκλυτο και αδίστακτο Φωτεινό Θοδούλη ως αρχετυπική πατριαρχική μορφή. Ο χρόνος των αναληπτικών αυτών επεισοδίων εκτείνεται τόσο στο τραγικό παρελθόν και το αβέβαιο παρόν, όσο και σ’ αυτό ακόμα το πιο αισιόδοξο μέλλον, όπως καταδυκνύεται από τη μετονομασία της μαρτυρικής Αρνησάνης σε Καλλιρόη, αλλά και από την τελική, ελπιδοφόρα μεταστροφή και των δύο σε τόπους δημιουργικής, συλλογικής και αλληλέγγυας συνύπαρξης και συντροφικότητας ανθρώπων σε καιρούς αξιακής κρίσης και οικονομικής δυσπραγίας.
Και ενώ η γυναικεία αφηγηματική ματιά κυριαρχεί και σχεδόν μονοπωλείται από τις τρείς βασικές ενδοδιηγητικές αφηγήτριες-ηρωίδες Άννα, Αντιγόνη και Στέλλα, άλλοτε ως πρωτοπρόσωπη αυτοδιηγητική και άλλοτε ως τριτοπρόσωπη ετεροδιηγητική, ο ανδρικός λόγος που εκφέρεται από το αφηγητή-ήρωα Λάμπρο εμφανίζεται σαφώς οριοθετημένος και μάλλον αδύναμος, ατελής και αναξιόπιστος σε σχέση με τον γυναικείο, μέσω του οποίου φιλτράρεται πριν επιβεβαιωθεί και αποκτήσει αξιοπιστία. H ανδρική οπτική δηλαδή, τοποθετείται, εκ νέου, στο αφηγηματικό μικροσκόπιο της γυναικείας ματιάς πριν γίνει πιστευτή, γεγονός που παραπέμπει στην ευάλωτη θέση που καταλαμβάνουν μέσα στο κείμενο οι άνδρικοί χαρακτήρες της οριζόντιας αφήγησης, οι οποίοι, ενώ από δομικής άποψης περιορίζονται στις παρυφές του μυθιστορήματος, αναλαμβάνοντας ρόλους σαφώς δευτερεύοντες και περιορισμένους, αποδεικνύονται στην πορεία υπαίτιοι – ενίοτε ως θύματα και οι ίδιοι – των συμφορών, των ματαιωμένων ερώτων, της βίας, των προσωπικών αδιεξόδων και της αίσθησης απώλειας που βιώνουν οι ηρωίδες, σχεδόν όλες τους γεννημένες και γαλουχημένες σε πολυκαιρισμένες πατριαρχικές, εξουσιομανείς, νέο-φιλελεύθερες κοινωνίες, εθισμένες στο κυνήγι του πλούτου, στη διαφθορά, στους συμβατικούς κώδικες ύπαρξης και στον ωφελιμιστικό ατομοκεντρισμό.
Τέλος, από το «Κάτω» δεν λείπει ούτε η αυτό-αναφορικότητα της ίδιας της γραφής, εν είδει συγγραφικής δυστοκίας, η οποία εγκιβωτίζεται και τοποθετείται στις απαρχές και στον επίλογο του βιβλίου, όπως βιώνεται από την ηρωίδα-αφηγήτρια και επίδοξη συγγραφέα, Αντιγόνη, η οποία ταλανίζεται από ανασφάλειες και αναποφασιστικότητα στην προσπάθειά της να βρεί τη δική της φωνή και το δικό της συγγραφικό στίγμα, έτσι ώστε να γράψει το πόνημα εκείνο που θα πρωτοπορήσει και θα παρέμβει λογοτεχνικά, με καίριο τρόπο, στο πολύπαθο οικοδόμημα που λέγεται δημοκρατία. Η δυστοκία, που αίρεται με το θάνατο της θείας η οποία υπαινικτικά αμφίσημο όνομα Δημοκρατία-Μπέμπα, παραπέμπει στο σήμερα και η ροή της γραφής ενός πολιτικά ανατρεπτικού, επαναστατικού κειμένου επιτέλους ενεργοποιείται, ωθούμενη από αντιφατικά συναισθήματα θυμού, απελπισίας, αλλά και ελπίδοφόρας προσμονής. Οι αράδες της Αντιγόνης αρχίζουν με «Μανία» να οργώνουν τη σελίδες με την ελπίδα να κινηθεί, «έστω και μια σπιθαμή, [από]τον σκουριασμένο τροχό αυτής της γριάς πατρίδας.»

Άννα Κουστινούδη

Είσαι ό,τι διάβασες, η ανάγνωση ενός διαδικτυακού φίλου

Είσαι ό,τι διάβασες

Δευτέρα, 5 Μαρτίου 2012

Κάτω – Δώρα Κασκάλη

 

<>  </>

Περιγραφή (του οπισθοφίλου)
Το «Κάτω» είναι ένα βιβλίο με σπονδυλωτή αφήγηση. Η πλοκή του εκτυλίσσεται στα ορεινά κάποιου νησιού, σ’ ένα ερειπωμένο χωριό που παλεύει να αναστηθεί με τις άοκνες προσπάθειες μιας εκ των ηρωίδων. Σ’ αυτό τον τόπο συμπλέκονται οι μικρές ιστορίες – κάθετα και οριζόντια στο χώρο και το χρόνο – γυναικών που ταλανίζονται από σύγχρονα πρακτικά αλλά και υπαρξιακά αδιέξοδα, όπως και γυναικών που δεν βρίσκονται πια στη ζωή. Η αφήγηση διατρέχει δύο αιώνες ιστορίας, επικεντρώνεται ωστόσο σ’ ένα παρόν που έχει έντονη την οσμή της παρακμής, ηθικής – οικονομικής – πολιτικής. Στο τέλος του βιβλίου λυτρωτικός φυσάει ο άνεμος μιας κρίσης που ξεθεμελιώνει όλες τις βεβαιότητες και τις μικρές ζωές φέρνοντας τα πάνω κάτω. Στο κατώφλι των άδηλων αλλαγών που κυοφορούνται, οι ηρωίδες θα κληθούν να αναλάβουν μέσα στον μικρόκοσμο τους έναν ουσιαστικότερο ρόλο, αποκτώντας μια πιο ενσυνείδητη φωνή ως άτομα, αλλά και ως πολίτες.

λιγα λόγια δικά μου..

..η φίλη μου η Δώρα.. ήταν από τις πρώτες μου διαδικτυακές επαφές.. μου φάνηκε από την αρχή.. άτομο ευγενικό ευαίσθητο δοτικό και λίγο συνεσταλμένο.. στα κείμενά της φαινόταν μια μελαγχολία.. που δεν έβγαινε στα σχόλια.. αμέσως φάνηκε το λεπτό αδιόρατο χιούμορ της.. και σιγά σιγά ελαττώθηκε η συστολή.. συναντηθήκαμε και σε άλλους διαδικτυακούς χώρους.. και την αισθάνομαι φίλη.. κι ας μη καταφέραμε να συναντηθούμε.. όταν βγήκε το πρώτο της βιβλίο.. έσπευσα να το αποκτήσω.. χάρηκα πολύ..
στο δεύτερο.. μου πήρε κάτι μήνες να τα καταφέρω.. λόγω οικονομικών δυσχερειών.. αλλά τα κατάφερα.. διάβασα λίγο στο τραίνο.. λίγο στο κρεβάτι.. και το έπιασα σήμερα στην 34η σελίδα.. δε κατάφερα να το ξεκολλήσω από το χέρι μου.. έφτιαξα ενδιαμέσως μακαρόνια.. και τα ζέστανα 3 φορές.. και κάποιοι ξέρουν.. ότι ούτε σεισμός με απομακρύνει από τη φρέσκια μακαρονάδα μου..
..ξεκινά λέγοντας μια ιστορία.. μέσα από τα μάτια διαφόρων γυναικών.. διαφορετικών σε κάθε κεφάλαιο.. που πλέκονται σε μια κεντρική ιστορία.. με τρυφερότητα.. με ευαισθησία.. παίρνουν πραγματική σάρκα και οστά οι χαρακτήρες.. σιγά σιγά.. κεφάλαιο κεφάλαιο.. κινείται σε έναν σημερινό χρόνο.. στα χρόνια της κρίσης ως το κοντινό μέλλον.. και σε εξιστορήσεις.. που κινούνται ένα και δύο αιώνες πίσω.. ιστορίες γυναικών.. που εμένα.. με το χαρακτήρα που’χω.. όχι δε με άφησαν ασυγκίνητο.. αλλά ευχαριστήθηκα καθαρτικό κλάμα.. περιγράφει καταστάσεις σημερινές και αυριανές.. αλλά κλίνει και το μάτι στην αισιοδοξία.. στο καλύτερο μέλλων των παιδιών που έρχονται.. το τελευταίο κεφάλαιο.. το πρώτο μισό.. είναι κάποιο όνειρο που βλέπω κι εγώ ξύπνιος.. πέρασα μιάμιση καταπληκτική μέρα.. και σίγουρα θα πάει στο ράφι με τα βιβλία που θα διαβάσω πολλές φορές.. ευχαριστώ Δώρα μου.. περιμένω το επόμενο με ανυπομονησία..

Η Έλενα Τσαγκαράκη για το «Κάτω»

 Καμιά φορά τα αδιέξοδα είναι παρήγορα. Άλλωστε, όταν η ψυχή ακουμπά στο χώμα ο ουρανός είναι μονόδρομος. Γιατί αυτό σημαίνει “ΚΑΤΩ”. Αφετηρία. Η Δώρα Κασκάλη αφού ακολούθησε ”τα τρένα που φύγαν…” -στο πρώτο της βιβλίο- με ό,τι αυτά κουβαλούσαν στο ταξίδι τους, δοκιμάζει τώρα να περπατήσει αθόρυβα, σαν αερικό, δίπλα από τα πρόσωπα του νέου της μυθιστορήματος. Κάνοντας χρήση της σπονδυλωτής τεχνικής, εκμεταλλεύεται στο έπακρο την ευχέρεια που κατέχει στο να δημιουργεί μικρά και ολοκληρωμένα κείμενα. Τα ονοματίζει σα να αποζητά θεία χάρη και μέσω μιας προσωπικής βάπτισης, με γραφή τακτική και νοικοκυρεμένη, σμιλεύει επίμονα φιγούρες, τόπους και όνειρα, με αρχή μέση και τέλος. 

Η Αρνησάνη, ένας τόπος αλλού, είναι ο μίτος μιας σειράς γεγονότων που ξετυλίγονται διαδοχικά. Ένα γεωγραφικό σημείο που ετυμολογικά εμπεριέχει στις συλλαβές του την Άρνη -την κατά τη μυθολογία πηγή της Λήθης από την οποία μεταλαμβάνουν οι νεκροί στον Κάτω κόσμο για να ξεχάσουν όσα αφήνουν πίσω τους- και την κατάληξη –άνη που θα μπορούσε να συσχετιστεί είτε με το επίρρημα άνω, είτε -σε περεταίρω διάσπαση και διάσταση- με ένα συγκεκαλυμμένο υποθετικό λόγο: Αν η …

Ένα τοπωνύμιο και μια αντίθεση. Μια άρνηση και μια κατάφαση μαζί. Μορφές οικείες και ξένες, κινούνται σε παρόν και παρελθόν χρωματίζοντας προσωπικά την ιστορία ενός τόπου μέσα από τις δικές τους ζωές. Το μικρό σύμπαν ενός χωριού κάπου κοντά -αλλά ίσως όχι και τόσο- αφορά και εμπλέκει τους πάντες σε διαφορετικό βαθμό. Mια πυρηνική κοινωνία που λειτουργεί όπως ένα αντίστοιχο εκτεταμένο μοντέλο, μια μικρογραφία που χωρά τα πάντα. Αγάπη, μίσος, έρωτα, πόνο, δημιουργία, θάνατο, ελπίδα και φόβο μαζί.

Τα κεφάλαια του βιβλίου, όλα γένους θηλυκού, σε μια σειρά διαδοχικών γεννήσεων και αναδοχών ακολουθούν το λαβύρινθο της εξέλιξης ενός τόπου που αρνείται τους πάντες και τα πάντα. Ακόμη και το όνομά του το ίδιο. Κάπως έτσι η Αρνησάνη μετονομάζεται σε Καλλιρρόη. Από το δυσκολεμένο παρελθόν στο κατ’ ευχήν απρόσκοπτο μέλλον.

Η Δώρα Κασκάλη φαίνεται να μη φοβάται τους υφέρποντες και -πιθανόν- επικίνδυνους δυϊσμούς. Γυναίκες που ορίζουν και ορίζονται, που αγαπούν και ταυτόχρονα μισούν, που αντιστέκονται και ταυτόχρονα συναινούν, που επαναστατούν και υποτάσσονται, πάντοτε όμως με μία καθαρότητα και με μια καθωσπρέπει βεβαιότητα.

Το γαϊτανάκι αυτής της ιστορίας αρχίζει να πλέκεται κατά τη διάρκεια των διακοπών της Άννας και της Αντιγόνης. Η πρώτη σε μετάβαση και η δεύτερη σε απόδραση. Δυο γυναίκες με διαφορετικές ανάγκες αλλά σταθερή φιλία, επιλέγουν ένα καλοκαιρινό προορισμό. Η Άννα βυθισμένη στην αβεβαιότητα για το εργασιακό και προσωπικό της μέλλον και η Αντιγόνη αποφασισμένη να διεισδύσει σε μια κλειστή κοινωνία προκειμένου να συγκεντρώσει υλικό για το νέο της μυθιστόρημα. Η επιμονή της τελευταίας να μάθει τι και πως συσπειρώνει έναν ολόκληρο κόσμο γύρω από μια σιωπή που γυρίζει το ρολόϊ πίσω στο χρόνο.

Η αναδρομή στα δύσκολα και ανεξιχνίαστα του τόπου φτάνει όσο παλιά θυμούνται και μιλάνε τα νερά και οι σκιές. Άρχοντες και χωρικοί, ντόπιοι και ξένοι, φαμίλιες με δύναμη και εξουσία, άνθρωποι του Θεού και άνθρωποι-θεοί. Στα μυστικά του τόπου καταγράφονται επικές στιγμές, μάχες και διαμάχες κάθε είδους. Ανθρώπινες χαρές, γάμοι, γεννήσεις και καλές χρονιές σοδειάς κι ευημερίας. Γι’ αυτά, οι κάτοικοι του νησιού είναι περήφανοι. Για εκείνα που δε λένε, καλό κανείς να μη ρωτά. Ποιος να μιλήσει άλλωστε ανοιχτά, για φονικά, για έρωτες κρυφούς και ανεπίτρεπτους, γονείς άσπλαχνους και σκληρούς, απόγονους κακορίζικους και κακοποιημένους. Κι αν κάποιος μιλήσει αλήθεια για όλα αυτά, ξένος θα πρέπει να’ ναι. Όχι να μην πονά τον τόπο αυτό, αλλά για να μην τον φοβάται. Να μη κληθεί να απολογηθεί για κόσμους άλλους, ούτε να σπεύσει να διαχωρίσει τη θέση του για να προλάβει τον συσχετισμό με όσα δεν κατονομάζονται.

Η πρώτη αποκάλυψη λοιπόν δεν ήρθε τυχαία από τον «ξένο», τον άντρα της Στέλλας που δεν κατάγεται από το νησί. Εκείνος σαν άλλος ραψωδός από τα βάθη του χρόνου και υπό την επήρεια του ποτού αναλαμβάνει να μυήσει την Αντιγόνη στα όσα επτασφράγιστα κρατούν κρυμμένα οι ντόπιοι. Οι περιγραφές των καταστάσεων σαφείς και ρεαλιστικές, ακολουθούν δραματικές εντάσεις και συναισθηματικές αποχρώσεις που υπογραμμίζουν χωρίς υπερβολές το ύφος της εποχής στην οποία συμβαίνουν. 

 Οι γυναικείες φιγούρες του βιβλίου καλύπτουν όλη σχεδόν τη γκάμα της ψυχοσύνθεσης και της συμπεριφοράς του φύλου τους. Γυναίκες κόρες, σύζυγοι, ερωμένες, γυναίκες μόνες ή μοναχικές. Χαρακτήρες δυναμικοί, αδύναμοι, απειλούμενοι και απειλητικοί, ρομαντικοί και ρεαλιστές, γενναιόδωροι ή ακόμη και δυνάστες. Στο φόντο των γυναικών αυτών άνδρες με αρρενωπής αναλογίας αντιστοιχίες, φαντάζουν σαν αρνητικό σε ασπρόμαυρη φωτογραφία.

Η Δώρα Κασκάλη καταγράφει με ακρίβεια τις αντιδράσεις των ηρώων της και καταφέρνει επιδέξια να κρατά τις αποστάσεις που καθιστούν τον καθένα από αυτούς μια διαφορετική προσωπικότητα. Στο ορεινό χωρίο του νησιού αυτού, η απομόνωση λειτουργεί σαν εργαστηριακή συνθήκη. Ο χρόνος που κυλά με διαφορετικούς ρυθμούς απ’ ότι σε κάποια μεγαλούπολη της ηπειρωτικής χώρας, απαλλαγμένος από την ένταση της καθημερινότητας, υπογραμμίζει με αμεσότητα τον τρόπο με τον οποίο αποτυπώνονται τα γεγονότα στις ψυχές των ανθρώπων μεταγγίζοντας καθαρό συναίσθημα σε όλη την έκταση του κειμένου.

Οι εσωτερικοί μονόλογοι που πρωτοεμφανίστηκαν στους επιβάτες των διηγημάτων “Στο τρένο” και αποτελούν το συγγραφικό ατού της, αποκαλύπτουν τους σιωπηλούς κόσμους ακόμη και των πιο εξωστρεφών χαρακτήρων δίνοντάς τους τη δυνατότητα να μιλήσουν οι ίδιοι για τους εαυτούς τους και ταυτόχρονα απαιτώντας σεβασμό για αυτή την ειλικρινή τους εξομολόγηση, να οριοθετηθούν. Ο αναγνώστης ενίοτε εισπράττει αδιόρατες ριπές αισιοδοξίας, η οποία αν και δεν προκύπτει προφανώς, φαίνεται ωστόσο πως έχει λειτουργήσει με τρόπο τέτοιο ώστε γεγονότα που ήταν δυστυχία να γίνουν τύχη, αλλά και οι καημοί για μια ζωή που ανατράπηκε πέρα από κάθε προσδοκία να αποδειχθούν εν συνεχεία σανίδες σωτηρίας.

Στο σημείο αυτό θα ήθελα να μου επιτραπεί μια απολύτως προσωπική κρίση: Η Δώρα Κασκάλη εύχεται η νεότερη γενιά των προσώπων του βιβλίου της –άνθρωποι σύγχρονοι, ίσως και κάποιοι από εμάς ή τους διπλανούς μας–  μέσα από τις ανακατατάξεις και τον εκ θεμελίων επαναπροσδιορισμό τους να γίνουν γέφυρες για ένα κόσμο καινούργιο, έχοντας συνειδητοποιήσει στο τέλος του απολογισμού τους ότι τους κυοφορούσε η εποχή. Τα χρόνια που φαίνονται δύσκολα, τα χρόνια που ο φόβος και η ελπίδα για το άγνωστο ζυμώνονται μαζί, είναι εκείνα στα οποία το μυαλό συμπράττει με το πάθος προς εκπλήρωση ενός μεγαλόπνοου σχεδίου. Η Δώρα Κασκάλη θέλει οι ήρωές της να έχουν λόγο. Γι΄ αυτό και γράφει. Είναι ο δικός της τρόπος για να μιλήσει.

Φαντάζομαι πως συχνά κουβεντιάζει μαζί τους, όπως κάναμε με τους φανταστικούς φίλους των παιδικών μας χρόνων. Δημιουργεί συμπάθειες και αντιπάθειες, προσπαθεί να νιώσει, ίσως, όπως αυτοί. Στη διαδικασία αυτή της “μεταμόρφωσης” μπορεί να γίνεται και η ίδια ένα από τα πρόσωπα του έργου. Μπορεί ακόμη και να μοιράζει στοιχεία της, αναμνήσεις, ελπίδες. Η απρόσκοπτη ροή του κειμένου θα μπορούσε να οδηγήσει στο συμπέρασμα είτε ότι το συγγραφικό χέρι ήταν πολύ έτοιμο γι΄αυτό, είτε ότι η προσωπική ανάγκη της Δώρας Κασκάλη να σπείρει δημιουργικά την αγωνία της για τον σύγχρονο κόσμο προκειμένου οι απόγονοι της και οι απόγονοι της γενιάς της να ζήσουν ένα πιο ανθρώπινο αύριο, την ξεπέρασε.

Το κείμενό της δεν αναπαράγει. Καταγράφει. Δε συγκλονίζει. Απορεί. Δεν προτείνει. Αναζητά. Το κίνητρο της έχει σχέση με την ύπαρξή της. Τη γυναικεία και τη μητρική ταυτόχρονα. Έτσι θα έπρεπε άλλωστε, και το καταφέρνει παρ’ ότι δύσκολο στις μέρες μας. ”Όχι γιατί δεν υπάρχει τραγωδία στην κοινωνία μας”, όπως πολύ λιτά είχε σχολιάσει πριν λίγα χρόνια ο Ιάκωβος Καμπανέλλης “Το δράμα όμως στα χρόνια της δεκαετίας ’50-’60 ήταν πιο διακριτό απ’ όσο τώρα. Το να γράψεις δράμα λόγω φτώχειας είναι λιγότερο δύσκολο από το να γράψεις το δράμα ενός ανθρώπου που υποφέρει από μοναξιά…”.

Στο γνώριμο σύμπαν του αχαρτογράφητου νησιού αυτού του βιβλίου, οι ήρωες ζουν το τέλος των μύθων της Νεότερης Ελλάδας. Χωρίς να το καταλαβαίνουν αρχικά, αναγκάζονται να κοιταχτούν κατάματα. Και μέσα από το βλέμμα που λειτουργεί σαν επάλληλος καθρέφτης να φτάσουν στο βάθος του χρόνου και της αλήθειας τους. Για πρώτη φορά, η φωνή των θνητών δεν φτάνει στο παλάτι των αθανάτων. Είναι η απόσταση που χωρίζει τον Όλυμπο από τη νησιωτική χώρα, είναι οι θεοί που κατέβηκαν από τους θρόνους ή μήπως είμαστε εμείς που για πρώτη φορά κοιταχτήκαμε στον καθρέφτη των γαλανών νερών που τόσο παινεύουμε;

 “Κρίση θα πει – γράφει ο Στέλιος Ράμφος- απώλεια του ορίζοντα νοήματος, της πίστεως στις δυνάμεις μας και της ευθύνης μας ως πολιτών…”. Η Δώρα Κασκάλη από την πλευρά της πιστεύει ότι από την κρίση βγαίνει κανείς πιο συμπαγής. Πιο κοντά στον εαυτό του. Και πιο ανοιχτός. Ίσως και ατρόμητος και μέσα του και στα μάτια των άλλων. Θα συμφωνούσε νομίζω κι ο εξαιρετικός παρατηρητής της ανθρώπινης ψυχής Γιώργος Χειμωνάς, γι’ αυτό και θα τον επικαλεστώ καθώς προηγήθηκε φωτίζοντας στοργικά την ανθρώπινη φύση όταν εκείνη έχει πια ακουμπήσει ”Κάτω”: “Οι φίλοι πίνουν κι αρχίζουν και μεθούν. Με μια παράξενη ευδαιμονία που με φοβίζει, βυθίζονται στη μέθη. Καταλαβαίνω το λόγο αυτής της πανδαισίας: Έχουν ζήσει πια όλες τους τις λύπες. Σαν μια θητεία, η λύπη γι’ αυτούς είχε επίσημα λήξει. Με αγάπη μου γνέφουν, με καλούν στο τραπέζι  τους, να μην αργήσω…”

Γιώργος Χειμωνάς, «Νούς και Όνειρο: Η απόγνωση». Τα όνειρα της αϋπνίας, 1994.

 Έλενα Σ.  Τσαγκαράκη,10.01.2012

O blogger Πατριάρχης Φώτιος του βιβλιοφιλικού μπλογκ «Βιβλιοκαφέ»

Οι ιστορίες των γυναικών που κουβαλούν την άδηλη ιστορία, που βιώνουν τον μυστικό πόνο είναι πολλές φορές οι φωνές που δεν ακούγονται αλλά κι αυτές που μπορούν να εκφράσουν το παρασκήνιο μιας κοινωνίας. 
Ελληνικός καφές με καϊμάκι:
Δώρα Κασκάλη
“Κάτω”
εκδόσεις Γαβριηλίδη
2011
            Η Δώρα Κασκάλη ξεκίνησε με συλλογή διηγημάτων που διακρίνονταν για το χαμηλόφωνο ύφος, την αυτοβιογραφική παρατήρηση, την προσπάθεια να βρεθεί το βάθος πίσω από τους επιβάτες ενός τρένου (βλ. ανάρτηση της 15/5/2011). Μπήκε μάλιστα στη μικρή λίστα των βραβείων του «Διαβάζω».
            Τώρα προχωρά σε ένα μυθιστόρημα γραμμένο στην ίδια οκτάβα που δεν ανέρχεται στις ψηλές νότες, αλλά προτιμά να κυλάει απρόσκοπτα στο χαμηλότονο επίπεδο της αφήγησης και του βουβού συναισθηματικού κύματος. Σε πρώτη ανάγνωση ο αναγνώστης πιστεύει ότι στην ουσία ξαναγράφει διηγήματα με διαφορετικές φωνές και «ηρωίδες», αν και δηλώνει ότι επιχειρεί ένα σπονδυλωτό μυθιστόρημα. Στη δεύτερη ανάγνωση καταλαβαίνει ότι η αποσπασματικότητα δεν είναι συρραφή διηγημάτων αλλά ένα γαϊτανάκι αφηγήσεων που προσπαθούν να κάνουν μια κυκλική πορεία επαναλήψεων και αλληλοσυμπληρώσεων. Τελικά τι από τα δύο συμβαίνει;
Κάθε κεφάλαιο διαδέχεται το προηγούμενο με εναλλαγή αφηγητριών, οπτικών γωνιών και κεντρικών χαρακτήρων σε μια μίξη που αφήνει τον αναγνώστη να ψάξει ποιος είναι ποιος, χωρίς όμως και να σπαζοκεφαλιάζει περιηγούμενος στον λαβύρινθο του βιβλίου. Η ιστορία σχηματίζεται σταδιακά σαν παζλ που συμπληρώνεται κομμάτι το κομμάτι, καθώς κάθε πρόσωπο προσθέτει τη δική-του κατάθεση. Ως προς αυτό μοιάζει ελάχιστα, αλλά έστω κι έτσι φέρνει στον νου, το «Θυμάμαι» της Βασιλικής Πέτσα.
            Σε ένα απόμερο χωριό στο νησί δυο φίλες, η άνεργη φιλόλογος Άννα (αυτοβιογραφικό στοιχείο;) και η επίδοξη συγγραφέας Αντιγόνη παραθερίζουν και έτσι γνωρίζουν τους ντόπιους. Το μέρος, το οποίο άλλοτε λεγόταν Αρνησάνη και τώρα λέγεται Καλλιρρόη, στοιχειώνει η παρουσία δύο γυναικών, η Φωτεινή που πέθανε στις αρχές του 20ού αιώνα (φήμες λένε ότι γέννησε τον γιο-της ύστερα από αναγκαστική αιμομιξία με τον πατέρα-της) και η Καυκάσια Όλγα που κατηγορήθηκε ότι αποπλάνησε τον Κώστα, ιδιοκτήτη του ξενώνα «Διώνη» και τελικά έφυγε από την περιοχή σαν αρρώστησε βαριά.
 
            Το έργο έχει έντονο γυναικείο χαρακτήρα, αφού οι γυναίκες κυριαρχούν ως αφηγήτριες και ως κρίνουσες συνειδήσεις, αν και πολλά μαθαίνονται από τους άντρες που ξέρουν αλλά γενικά ζουν περιθωριακά. Ώρες ώρες το βιβλίο δίνει την εντύπωση ότι μιλάει για ένα νησί αμαζόνων όπου οι άντρες έχουν κοινωνικά ευνουχιστεί και αυτό είναι η πιο μεγάλη τιμωρία απ’ όλες. Αλλά και οι γυναίκες, δυναμικές και δραστήριες, βασανίζονται από τα άγη του παρελθόντος, από τις σχέσεις-τους με τις άλλες γυναίκες, από τις φιλοδοξίες και τις ζήλιες-τους, από μυλόπετρες που δεν τις αφήνουν να αναπνεύσουν.
            Η Κασκάλη δίνει την εντύπωση ότι γράφει καλά στη μικρή φόρμα και μπορεί να στήνει σκηνές και πρόσωπα. Τώρα όμως που ανέλαβε μια μεγάλη σύνθεση, δεν κατάφερε να συγκροτήσει ενιαίο λόγο και να συνθέσει τις πολυπρόσωπες ιστορίες σε μια ενιαία αφήγηση. Κι αν πίστευα ότι το κάνει από μεταμοντέρνα διάθεση, θα έψαχνα αλλιώς να διαβάσω το μυθιστόρημά-της. Αλλά καθώς το τελείωνα, όταν δηλαδή οι ποικίλες ιστορίες έμειναν εκκρεμείς, η Αντιγόνη άλλαξε ρότα κι αποφάσισε να γράψει πολιτικό μυθιστόρημα αναιρώντας την υφή του ίδιου του μυθιστορήματος που διαβάζουμε, η ζωή των γυναικών προχωρά όχι πάντα προοικονομημένη από τα παρατεθειμένα έως τότε κ.ο.κ., σχημάτισα τη γνώμη ότι η συγγραφέας δεν έμεινε σε πλείστες αυτόνομες ιστορίες, δεν αρκέστηκε σε ένα μωσαϊκό εικόνων και μικροαφηγήσεων, αλλά θέλησε (κατά τη γνώμη-μου με μικρότερη επιτυχία) να ποιήσει μύθον, πολυπρόσωπο και πολυεπίπεδο χωρίς τελικά να συναρμόσουν μεταξύ-τους τα επιμέρους επεισόδια.
            Φυσικά κρατώ τον γυναικείο προβληματισμό σε διάφορα επίπεδα, από την άνεργη νέα έως τη φιλόδοξη συγγραφέα, από την δυναμική επιχειρηματία στην προδομένη σύζυγο κ.ο.κ. Όλα αυτά μεμονωμένα διαμορφώνουν έναν θήλυ μικρόκοσμο με τις δικές-του κοιλάδες, ρυάκια και γκρεμούς.

            Ευχαριστώ και πάλι τη συγγραφέα που μου εμπιστεύτηκε το βιβλίο-της και πίστεψε -και πιστεύει- στη δύναμη του αναγνώστη.

Πηγή:Βιβλιοκαφέ

Post Navigation