Δώρα Κασκάλη, Κάτω

Εκδόσεις Γαβριηλίδης 2011

Archive for the month “Σεπτεμβρίου, 2012”

Ανάγνωση της Άννας κουστινούδη στο τεύχος νο 19 του ηλεκτρονικού περιοδικού Βακχικόν

Κάτω, Μυθιστόρημα, Δώρα Κασκάλη, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2011

A woman in the shape of a monster   a monster in the shape of a woman   the skies are full of them. Adrienne Rich

Εχω γεμίσει μ΄έναν τυφλό θυμό που ξεχειλάει από μέσα μου και δεν ξέρω ποιόν και τι θα πάρει στο διάβα του… κάτι σαν το ρέμα της Γιασημώς έξω απ’ την Καλλιρόη, που…ξυπνάει άξαφνα απ΄το λήθαργό του και πνίγει από ζωντανά μέχρι ανθρώπους. Δώρα Κασκάλη

εγώ πιά δεν του ανήκω και πρέπει μονάχη να είμαι, εγώ, η άνθρωπος. Ζωή Καρέλλη

 

Η περιπέτεια της αφήγησης στο μυθιστόρημα «Κάτω» της Δώρας Κασκάλη είναι γυναικεία υπόθεση. Η γυναικεία οπτική είναι αυτή πού κυριαρχεί, παρά το γεγονός ότι τοποθετείται και εξελίσσεται κυριολεκτικά «Κάτω» από τη ματιά και την επίβλεψη του πατριαρχικού λόγου και βλέμματος, γεγονός που αποτελεί μια ενδιαφέρουσα αντίθεση και ένα διακειμενικό εύρημα πού δεν περνάνε απαρατήρητα. Ενδιαφέρων και ο αμφίσημος τίτλος του βιβλίου, ο οποίος ποικιλοτρόπως πραπέμπει όχι μονο στο ενδοδιηγητικό σύμπαν του κειμένου, αλλά και  στην, από πολλές απόψεις «Κάτω», σύγχρονη Ελληνική πραγματικότητα.
Το χωροχρονικό περικείμενο της οριζόντιας αφήγησης τοποθετείται στο παρόν, στη σύγχρονη Ελλάδα της οικονομικής και αξιακής κρίσης και σκιαγραφεί καταστάσεις παρόμοιες μ’ αυτές που βιώνουν ο σημερινός αναγνώστης και αναγνώστρια. Ωστόσο, ο χωροχρόνος και η μυθιστορία στο «Κάτω» λειτουργούν, όπως θα δούμε, και διαχρονικά, σε παράλληλα αφηγηματικά επίπεδα, ενώ ο κάθετος αφηγηματικός άξονας εμφορείται από τις εξίσου διαχρονικά επίκαιρες θεματικές/προβληματικές του ματαιωμένου έρωτα, των  καθοριστικής σημασίας για την ανθρώπινη κατάσταση ενδοοικογενειακών σχέσεων, της έμφυλης και ταξικής υποκειμενικότητας, καθώς και από τα εν γένει υπαρξιακά διλλήματα του ανθρώπινου υποκειμένου.
Κάθε ένα από τα δεκαέξι κεφάλαια του βιβλίου άλλοτε φέρει ως τίτλο το όνομα μίας εκ των ηρωίδων του (Άννα, Αντιγόνη, Στέλλα, κ.α.) και άλλοτε κάποιο περικειμενικό τοπωνύμιο, πάντα γένους θηλυκού (Διώνη, Αρνησάνη, Καλλιρόη), στο χώρο του οποίου κινούνται, πάσχουν και εξελίσσονται, συγχρονικά και διαχρονικά, οι ηρωίδες-αφηγήτριες. Ωστόσο, είναι αξιοσημείωτο, όπως έχει ήδη αναφερθεί, το γεγονός ότι ο ανδρικός έντεχνος λόγος είναι αυτός που στην κυριολεξία μονοπωλεί το βλέμμα της αναγνώστριας/η στην αρχή κάθε κεφαλαίου, εν είδει ποιητικών, κυρίως, αλλά και πεζών σπαραγμάτων, πού χρησιμοποιούνται ως εισαγωγικά μόττο, εξισορροπώντας, εν είδει εξιλέωσης(;), έτσι την γυναικοκεντρική αφηγηματική επιλογή της συγγραφέως. Όλα τους, πλήν ενός – αυτό της πλέον καταξιωμένης ποιήτριας και ακαδημαϊκού Κικής Δημουλά – υπογράφονται από καθιερωμένους στο λογοτεχνικό κανόνα και στην συλλογική αναγνωστική συνείδηση ποιητές και πεζογράφους και προϊδεάζουν υπαινικτικά για τη θεματική  της κάθε ενότητας.
Στο «Κάτω» η Κασκάλη χειρίζεται με μαεστρία το μυθοπλαστικό υλικό της επιλέγοντας την τεχνική της πολυπρισματικής αφήγησης, και συνακόλουθα, της πολυφωνικότητας, ενώ στο ενδέκατο, όπως και στο προτελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου, ενεργοποιείται και η σύμβαση της επιστολικής μυθιστορίας. Δεν επιστρατεύεται κάποιος παντογνώστης εξωδιηγητικός αφηγητής/τρια, δομείται, ωστόσο, μια σειρά από αποσπασματικά αλληλοκαλυπτόμενες ενδοδιηγητικές γυναικείες φωνές του παρόντος και του παρελθόντος, που διατρέχουν, και, ενίοτε, στοιχειώνουν τα διάκενα της γραφής ως φαντασματικές και αρχετυπικές μορφές. Τέτοιες είναι οι τραγικές νεκρικές φιγούρες της πολύπαθης, κατατρεγμένης μετανάστριας Όλγας, της κακοποιημένης από τον αιμομίκτη πατέρα και δολοφόνο της, Φωτεινής και της φημολογούμενης μάγισσας Γιασημώς, η εξοστρακισμένη μορφή της οποίας αναδύεται μέσα και «Κάτω» από το ονειρικό υποσυνείδητο, από τα έγκατα του κειμένου, αφηγούμενη την ομαδική καταδίωξη της και τον ίδιο της το φόνο μέσα από την κατοπτρική φωνή της σύχρονης αφηγήτριας Άννας. Φωνές, τόσο καταπιεσμένων, όσο και καταπιεστικών, γυναικών, λοιπόν, κυριαρχούν και εστιάζουν στο αφηγηματικό παρόν και παρελθόν, ευρισκόμενες μεταξύ τους σε έναν συνεχή, διαγενεακό διάλογο, μια και μοιράζονται παρόμοιες επιθυμίες, ελπίδες, αυταπάτες, απώλειες, βιώματα και αδιέξοδα, παρά την ιδιοσυγκρασιακή και εθνολογική ιδιαιτερότητά τους, το χρονικό χάσμα που τις χωρίζει και τις ιστορικές και κοινωνικο-οικονομικές συνθήκες που τις διαφοροποιούν και τις συγκροτούν ως έμφυλα και εθνικά υποκείμενα. Ταυτόχρονα, συνδιαλέγονται με έναν εξίσου αποσπασματικό ανδρικό αφηγηματικό λόγο, ο οποίος, αν και εγκιβωτισμένος στο περιθώριο, αναλαμβάνει την αφηγηματική σκυτάλη σε κομβικά για την εξέλιξη της πλοκής σημεία του κειμένου, γεγονός που σηματοδοτείται και από την αλλαγή στη μορφή των γλωσσικών συμβόλων του κειμένου, με τη γραφή να μετατρέπεται από όρθια σε πλάγια.
Αυτά τα αναληπτικά σημεία διείσδυσης της ανδρικής ματιάς αφορούν σχεδόν πάντα στην τροφοδοσία της γραφής με τις λεπτομέρειες εκείνες του χωροχρονικού περικειμένου, πού αποτελούν κομμάτι της Ιστορίας της νησιωτικής υπαίθρου, όπου δρούν και έδρασαν οι χαρακτήρες. Συγκροτούν ένα παράλληλο αφηγηματικό, και ακραιφνώς πατριαρχικό σύμπαν, το οποίο εμφορείται από επιμέρους ιστορίες και αφηγήματα της ντόπιας προφορικής παράδοσης, με έμβλημά τους τον έκλυτο και αδίστακτο Φωτεινό Θοδούλη ως αρχετυπική πατριαρχική μορφή. Ο χρόνος των αναληπτικών αυτών επεισοδίων εκτείνεται τόσο στο τραγικό παρελθόν και το αβέβαιο παρόν, όσο και σ’ αυτό ακόμα το πιο αισιόδοξο μέλλον, όπως καταδυκνύεται από τη μετονομασία της μαρτυρικής Αρνησάνης σε Καλλιρόη, αλλά και από την τελική, ελπιδοφόρα μεταστροφή και των δύο σε τόπους δημιουργικής, συλλογικής και αλληλέγγυας συνύπαρξης και συντροφικότητας ανθρώπων σε καιρούς αξιακής κρίσης και οικονομικής δυσπραγίας.
Και ενώ η γυναικεία αφηγηματική ματιά κυριαρχεί και σχεδόν μονοπωλείται από τις τρείς βασικές ενδοδιηγητικές αφηγήτριες-ηρωίδες Άννα, Αντιγόνη και Στέλλα, άλλοτε ως πρωτοπρόσωπη αυτοδιηγητική και άλλοτε ως τριτοπρόσωπη ετεροδιηγητική, ο ανδρικός λόγος που εκφέρεται από το αφηγητή-ήρωα Λάμπρο εμφανίζεται σαφώς οριοθετημένος και μάλλον αδύναμος, ατελής και αναξιόπιστος σε σχέση με τον γυναικείο, μέσω του οποίου φιλτράρεται πριν επιβεβαιωθεί και αποκτήσει αξιοπιστία. H ανδρική οπτική δηλαδή, τοποθετείται, εκ νέου, στο αφηγηματικό μικροσκόπιο της γυναικείας ματιάς πριν γίνει πιστευτή, γεγονός που παραπέμπει στην ευάλωτη θέση που καταλαμβάνουν μέσα στο κείμενο οι άνδρικοί χαρακτήρες της οριζόντιας αφήγησης, οι οποίοι, ενώ από δομικής άποψης περιορίζονται στις παρυφές του μυθιστορήματος, αναλαμβάνοντας ρόλους σαφώς δευτερεύοντες και περιορισμένους, αποδεικνύονται στην πορεία υπαίτιοι – ενίοτε ως θύματα και οι ίδιοι – των συμφορών, των ματαιωμένων ερώτων, της βίας, των προσωπικών αδιεξόδων και της αίσθησης απώλειας που βιώνουν οι ηρωίδες, σχεδόν όλες τους γεννημένες και γαλουχημένες σε πολυκαιρισμένες πατριαρχικές, εξουσιομανείς, νέο-φιλελεύθερες κοινωνίες, εθισμένες στο κυνήγι του πλούτου, στη διαφθορά, στους συμβατικούς κώδικες ύπαρξης και στον ωφελιμιστικό ατομοκεντρισμό.
Τέλος, από το «Κάτω» δεν λείπει ούτε η αυτό-αναφορικότητα της ίδιας της γραφής, εν είδει συγγραφικής δυστοκίας, η οποία εγκιβωτίζεται και τοποθετείται στις απαρχές και στον επίλογο του βιβλίου, όπως βιώνεται από την ηρωίδα-αφηγήτρια και επίδοξη συγγραφέα, Αντιγόνη, η οποία ταλανίζεται από ανασφάλειες και αναποφασιστικότητα στην προσπάθειά της να βρεί τη δική της φωνή και το δικό της συγγραφικό στίγμα, έτσι ώστε να γράψει το πόνημα εκείνο που θα πρωτοπορήσει και θα παρέμβει λογοτεχνικά, με καίριο τρόπο, στο πολύπαθο οικοδόμημα που λέγεται δημοκρατία. Η δυστοκία, που αίρεται με το θάνατο της θείας η οποία υπαινικτικά αμφίσημο όνομα Δημοκρατία-Μπέμπα, παραπέμπει στο σήμερα και η ροή της γραφής ενός πολιτικά ανατρεπτικού, επαναστατικού κειμένου επιτέλους ενεργοποιείται, ωθούμενη από αντιφατικά συναισθήματα θυμού, απελπισίας, αλλά και ελπίδοφόρας προσμονής. Οι αράδες της Αντιγόνης αρχίζουν με «Μανία» να οργώνουν τη σελίδες με την ελπίδα να κινηθεί, «έστω και μια σπιθαμή, [από]τον σκουριασμένο τροχό αυτής της γριάς πατρίδας.»

Άννα Κουστινούδη
Advertisements

Post Navigation