Δώρα Κασκάλη, Κάτω

Εκδόσεις Γαβριηλίδης 2011

Archive for the month “Ιανουαρίου, 2012”

Θεατρικό Αναλόγιο, Παρασκευή 27/1/2012

Οι τέσσερις ηθοποιοί της ομάδας που έδωσαν σάρκα και φωνή στις ηρωΐδες του "Κάτω"

 

Με το Σωτήρη Γάκο, εμπνευστή και σκηνοθέτη του αναλογίου

Advertisements

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΒΙΒΛΙΟΥ – ΘΕΑΤΡΙΚΟ ΑΝΑΛΟΓΙΟ

Με αφορμή την έκδοση του δεύτερου βιβλίου της Δώρας Κασκάλη Κάτω (εκδ. Γαβριηλίδης) παρουσιάζεται στο χώρο τέχνης SourLiBooM (Κλεισούρας 10, 2ος όροφος) την Παρασκευή 27 Ιανουαρίου 2012 και ώρα 19:00 ένα θεατρικό αναλόγιο με τη συμμετοχή καλλιτεχνών της ομάδας. Θα ακολουθήσει συζήτηση με τη συγγραφέα.

  

Χώρος Τέχνης SourLiBooM

Κλεισούρας 10, 2ος όροφος (πλησίον της Παναγίας Χαλκέων)

www.sourliboom.com  τηλ. Επικοινωνίας – πληροφορίες: 6938706347

Η Έλενα Τσαγκαράκη για το «Κάτω»

 Καμιά φορά τα αδιέξοδα είναι παρήγορα. Άλλωστε, όταν η ψυχή ακουμπά στο χώμα ο ουρανός είναι μονόδρομος. Γιατί αυτό σημαίνει “ΚΑΤΩ”. Αφετηρία. Η Δώρα Κασκάλη αφού ακολούθησε ”τα τρένα που φύγαν…” -στο πρώτο της βιβλίο- με ό,τι αυτά κουβαλούσαν στο ταξίδι τους, δοκιμάζει τώρα να περπατήσει αθόρυβα, σαν αερικό, δίπλα από τα πρόσωπα του νέου της μυθιστορήματος. Κάνοντας χρήση της σπονδυλωτής τεχνικής, εκμεταλλεύεται στο έπακρο την ευχέρεια που κατέχει στο να δημιουργεί μικρά και ολοκληρωμένα κείμενα. Τα ονοματίζει σα να αποζητά θεία χάρη και μέσω μιας προσωπικής βάπτισης, με γραφή τακτική και νοικοκυρεμένη, σμιλεύει επίμονα φιγούρες, τόπους και όνειρα, με αρχή μέση και τέλος. 

Η Αρνησάνη, ένας τόπος αλλού, είναι ο μίτος μιας σειράς γεγονότων που ξετυλίγονται διαδοχικά. Ένα γεωγραφικό σημείο που ετυμολογικά εμπεριέχει στις συλλαβές του την Άρνη -την κατά τη μυθολογία πηγή της Λήθης από την οποία μεταλαμβάνουν οι νεκροί στον Κάτω κόσμο για να ξεχάσουν όσα αφήνουν πίσω τους- και την κατάληξη –άνη που θα μπορούσε να συσχετιστεί είτε με το επίρρημα άνω, είτε -σε περεταίρω διάσπαση και διάσταση- με ένα συγκεκαλυμμένο υποθετικό λόγο: Αν η …

Ένα τοπωνύμιο και μια αντίθεση. Μια άρνηση και μια κατάφαση μαζί. Μορφές οικείες και ξένες, κινούνται σε παρόν και παρελθόν χρωματίζοντας προσωπικά την ιστορία ενός τόπου μέσα από τις δικές τους ζωές. Το μικρό σύμπαν ενός χωριού κάπου κοντά -αλλά ίσως όχι και τόσο- αφορά και εμπλέκει τους πάντες σε διαφορετικό βαθμό. Mια πυρηνική κοινωνία που λειτουργεί όπως ένα αντίστοιχο εκτεταμένο μοντέλο, μια μικρογραφία που χωρά τα πάντα. Αγάπη, μίσος, έρωτα, πόνο, δημιουργία, θάνατο, ελπίδα και φόβο μαζί.

Τα κεφάλαια του βιβλίου, όλα γένους θηλυκού, σε μια σειρά διαδοχικών γεννήσεων και αναδοχών ακολουθούν το λαβύρινθο της εξέλιξης ενός τόπου που αρνείται τους πάντες και τα πάντα. Ακόμη και το όνομά του το ίδιο. Κάπως έτσι η Αρνησάνη μετονομάζεται σε Καλλιρρόη. Από το δυσκολεμένο παρελθόν στο κατ’ ευχήν απρόσκοπτο μέλλον.

Η Δώρα Κασκάλη φαίνεται να μη φοβάται τους υφέρποντες και -πιθανόν- επικίνδυνους δυϊσμούς. Γυναίκες που ορίζουν και ορίζονται, που αγαπούν και ταυτόχρονα μισούν, που αντιστέκονται και ταυτόχρονα συναινούν, που επαναστατούν και υποτάσσονται, πάντοτε όμως με μία καθαρότητα και με μια καθωσπρέπει βεβαιότητα.

Το γαϊτανάκι αυτής της ιστορίας αρχίζει να πλέκεται κατά τη διάρκεια των διακοπών της Άννας και της Αντιγόνης. Η πρώτη σε μετάβαση και η δεύτερη σε απόδραση. Δυο γυναίκες με διαφορετικές ανάγκες αλλά σταθερή φιλία, επιλέγουν ένα καλοκαιρινό προορισμό. Η Άννα βυθισμένη στην αβεβαιότητα για το εργασιακό και προσωπικό της μέλλον και η Αντιγόνη αποφασισμένη να διεισδύσει σε μια κλειστή κοινωνία προκειμένου να συγκεντρώσει υλικό για το νέο της μυθιστόρημα. Η επιμονή της τελευταίας να μάθει τι και πως συσπειρώνει έναν ολόκληρο κόσμο γύρω από μια σιωπή που γυρίζει το ρολόϊ πίσω στο χρόνο.

Η αναδρομή στα δύσκολα και ανεξιχνίαστα του τόπου φτάνει όσο παλιά θυμούνται και μιλάνε τα νερά και οι σκιές. Άρχοντες και χωρικοί, ντόπιοι και ξένοι, φαμίλιες με δύναμη και εξουσία, άνθρωποι του Θεού και άνθρωποι-θεοί. Στα μυστικά του τόπου καταγράφονται επικές στιγμές, μάχες και διαμάχες κάθε είδους. Ανθρώπινες χαρές, γάμοι, γεννήσεις και καλές χρονιές σοδειάς κι ευημερίας. Γι’ αυτά, οι κάτοικοι του νησιού είναι περήφανοι. Για εκείνα που δε λένε, καλό κανείς να μη ρωτά. Ποιος να μιλήσει άλλωστε ανοιχτά, για φονικά, για έρωτες κρυφούς και ανεπίτρεπτους, γονείς άσπλαχνους και σκληρούς, απόγονους κακορίζικους και κακοποιημένους. Κι αν κάποιος μιλήσει αλήθεια για όλα αυτά, ξένος θα πρέπει να’ ναι. Όχι να μην πονά τον τόπο αυτό, αλλά για να μην τον φοβάται. Να μη κληθεί να απολογηθεί για κόσμους άλλους, ούτε να σπεύσει να διαχωρίσει τη θέση του για να προλάβει τον συσχετισμό με όσα δεν κατονομάζονται.

Η πρώτη αποκάλυψη λοιπόν δεν ήρθε τυχαία από τον «ξένο», τον άντρα της Στέλλας που δεν κατάγεται από το νησί. Εκείνος σαν άλλος ραψωδός από τα βάθη του χρόνου και υπό την επήρεια του ποτού αναλαμβάνει να μυήσει την Αντιγόνη στα όσα επτασφράγιστα κρατούν κρυμμένα οι ντόπιοι. Οι περιγραφές των καταστάσεων σαφείς και ρεαλιστικές, ακολουθούν δραματικές εντάσεις και συναισθηματικές αποχρώσεις που υπογραμμίζουν χωρίς υπερβολές το ύφος της εποχής στην οποία συμβαίνουν. 

 Οι γυναικείες φιγούρες του βιβλίου καλύπτουν όλη σχεδόν τη γκάμα της ψυχοσύνθεσης και της συμπεριφοράς του φύλου τους. Γυναίκες κόρες, σύζυγοι, ερωμένες, γυναίκες μόνες ή μοναχικές. Χαρακτήρες δυναμικοί, αδύναμοι, απειλούμενοι και απειλητικοί, ρομαντικοί και ρεαλιστές, γενναιόδωροι ή ακόμη και δυνάστες. Στο φόντο των γυναικών αυτών άνδρες με αρρενωπής αναλογίας αντιστοιχίες, φαντάζουν σαν αρνητικό σε ασπρόμαυρη φωτογραφία.

Η Δώρα Κασκάλη καταγράφει με ακρίβεια τις αντιδράσεις των ηρώων της και καταφέρνει επιδέξια να κρατά τις αποστάσεις που καθιστούν τον καθένα από αυτούς μια διαφορετική προσωπικότητα. Στο ορεινό χωρίο του νησιού αυτού, η απομόνωση λειτουργεί σαν εργαστηριακή συνθήκη. Ο χρόνος που κυλά με διαφορετικούς ρυθμούς απ’ ότι σε κάποια μεγαλούπολη της ηπειρωτικής χώρας, απαλλαγμένος από την ένταση της καθημερινότητας, υπογραμμίζει με αμεσότητα τον τρόπο με τον οποίο αποτυπώνονται τα γεγονότα στις ψυχές των ανθρώπων μεταγγίζοντας καθαρό συναίσθημα σε όλη την έκταση του κειμένου.

Οι εσωτερικοί μονόλογοι που πρωτοεμφανίστηκαν στους επιβάτες των διηγημάτων “Στο τρένο” και αποτελούν το συγγραφικό ατού της, αποκαλύπτουν τους σιωπηλούς κόσμους ακόμη και των πιο εξωστρεφών χαρακτήρων δίνοντάς τους τη δυνατότητα να μιλήσουν οι ίδιοι για τους εαυτούς τους και ταυτόχρονα απαιτώντας σεβασμό για αυτή την ειλικρινή τους εξομολόγηση, να οριοθετηθούν. Ο αναγνώστης ενίοτε εισπράττει αδιόρατες ριπές αισιοδοξίας, η οποία αν και δεν προκύπτει προφανώς, φαίνεται ωστόσο πως έχει λειτουργήσει με τρόπο τέτοιο ώστε γεγονότα που ήταν δυστυχία να γίνουν τύχη, αλλά και οι καημοί για μια ζωή που ανατράπηκε πέρα από κάθε προσδοκία να αποδειχθούν εν συνεχεία σανίδες σωτηρίας.

Στο σημείο αυτό θα ήθελα να μου επιτραπεί μια απολύτως προσωπική κρίση: Η Δώρα Κασκάλη εύχεται η νεότερη γενιά των προσώπων του βιβλίου της –άνθρωποι σύγχρονοι, ίσως και κάποιοι από εμάς ή τους διπλανούς μας–  μέσα από τις ανακατατάξεις και τον εκ θεμελίων επαναπροσδιορισμό τους να γίνουν γέφυρες για ένα κόσμο καινούργιο, έχοντας συνειδητοποιήσει στο τέλος του απολογισμού τους ότι τους κυοφορούσε η εποχή. Τα χρόνια που φαίνονται δύσκολα, τα χρόνια που ο φόβος και η ελπίδα για το άγνωστο ζυμώνονται μαζί, είναι εκείνα στα οποία το μυαλό συμπράττει με το πάθος προς εκπλήρωση ενός μεγαλόπνοου σχεδίου. Η Δώρα Κασκάλη θέλει οι ήρωές της να έχουν λόγο. Γι΄ αυτό και γράφει. Είναι ο δικός της τρόπος για να μιλήσει.

Φαντάζομαι πως συχνά κουβεντιάζει μαζί τους, όπως κάναμε με τους φανταστικούς φίλους των παιδικών μας χρόνων. Δημιουργεί συμπάθειες και αντιπάθειες, προσπαθεί να νιώσει, ίσως, όπως αυτοί. Στη διαδικασία αυτή της “μεταμόρφωσης” μπορεί να γίνεται και η ίδια ένα από τα πρόσωπα του έργου. Μπορεί ακόμη και να μοιράζει στοιχεία της, αναμνήσεις, ελπίδες. Η απρόσκοπτη ροή του κειμένου θα μπορούσε να οδηγήσει στο συμπέρασμα είτε ότι το συγγραφικό χέρι ήταν πολύ έτοιμο γι΄αυτό, είτε ότι η προσωπική ανάγκη της Δώρας Κασκάλη να σπείρει δημιουργικά την αγωνία της για τον σύγχρονο κόσμο προκειμένου οι απόγονοι της και οι απόγονοι της γενιάς της να ζήσουν ένα πιο ανθρώπινο αύριο, την ξεπέρασε.

Το κείμενό της δεν αναπαράγει. Καταγράφει. Δε συγκλονίζει. Απορεί. Δεν προτείνει. Αναζητά. Το κίνητρο της έχει σχέση με την ύπαρξή της. Τη γυναικεία και τη μητρική ταυτόχρονα. Έτσι θα έπρεπε άλλωστε, και το καταφέρνει παρ’ ότι δύσκολο στις μέρες μας. ”Όχι γιατί δεν υπάρχει τραγωδία στην κοινωνία μας”, όπως πολύ λιτά είχε σχολιάσει πριν λίγα χρόνια ο Ιάκωβος Καμπανέλλης “Το δράμα όμως στα χρόνια της δεκαετίας ’50-’60 ήταν πιο διακριτό απ’ όσο τώρα. Το να γράψεις δράμα λόγω φτώχειας είναι λιγότερο δύσκολο από το να γράψεις το δράμα ενός ανθρώπου που υποφέρει από μοναξιά…”.

Στο γνώριμο σύμπαν του αχαρτογράφητου νησιού αυτού του βιβλίου, οι ήρωες ζουν το τέλος των μύθων της Νεότερης Ελλάδας. Χωρίς να το καταλαβαίνουν αρχικά, αναγκάζονται να κοιταχτούν κατάματα. Και μέσα από το βλέμμα που λειτουργεί σαν επάλληλος καθρέφτης να φτάσουν στο βάθος του χρόνου και της αλήθειας τους. Για πρώτη φορά, η φωνή των θνητών δεν φτάνει στο παλάτι των αθανάτων. Είναι η απόσταση που χωρίζει τον Όλυμπο από τη νησιωτική χώρα, είναι οι θεοί που κατέβηκαν από τους θρόνους ή μήπως είμαστε εμείς που για πρώτη φορά κοιταχτήκαμε στον καθρέφτη των γαλανών νερών που τόσο παινεύουμε;

 “Κρίση θα πει – γράφει ο Στέλιος Ράμφος- απώλεια του ορίζοντα νοήματος, της πίστεως στις δυνάμεις μας και της ευθύνης μας ως πολιτών…”. Η Δώρα Κασκάλη από την πλευρά της πιστεύει ότι από την κρίση βγαίνει κανείς πιο συμπαγής. Πιο κοντά στον εαυτό του. Και πιο ανοιχτός. Ίσως και ατρόμητος και μέσα του και στα μάτια των άλλων. Θα συμφωνούσε νομίζω κι ο εξαιρετικός παρατηρητής της ανθρώπινης ψυχής Γιώργος Χειμωνάς, γι’ αυτό και θα τον επικαλεστώ καθώς προηγήθηκε φωτίζοντας στοργικά την ανθρώπινη φύση όταν εκείνη έχει πια ακουμπήσει ”Κάτω”: “Οι φίλοι πίνουν κι αρχίζουν και μεθούν. Με μια παράξενη ευδαιμονία που με φοβίζει, βυθίζονται στη μέθη. Καταλαβαίνω το λόγο αυτής της πανδαισίας: Έχουν ζήσει πια όλες τους τις λύπες. Σαν μια θητεία, η λύπη γι’ αυτούς είχε επίσημα λήξει. Με αγάπη μου γνέφουν, με καλούν στο τραπέζι  τους, να μην αργήσω…”

Γιώργος Χειμωνάς, «Νούς και Όνειρο: Η απόγνωση». Τα όνειρα της αϋπνίας, 1994.

 Έλενα Σ.  Τσαγκαράκη,10.01.2012

O blogger Πατριάρχης Φώτιος του βιβλιοφιλικού μπλογκ «Βιβλιοκαφέ»

Οι ιστορίες των γυναικών που κουβαλούν την άδηλη ιστορία, που βιώνουν τον μυστικό πόνο είναι πολλές φορές οι φωνές που δεν ακούγονται αλλά κι αυτές που μπορούν να εκφράσουν το παρασκήνιο μιας κοινωνίας. 
Ελληνικός καφές με καϊμάκι:
Δώρα Κασκάλη
“Κάτω”
εκδόσεις Γαβριηλίδη
2011
            Η Δώρα Κασκάλη ξεκίνησε με συλλογή διηγημάτων που διακρίνονταν για το χαμηλόφωνο ύφος, την αυτοβιογραφική παρατήρηση, την προσπάθεια να βρεθεί το βάθος πίσω από τους επιβάτες ενός τρένου (βλ. ανάρτηση της 15/5/2011). Μπήκε μάλιστα στη μικρή λίστα των βραβείων του «Διαβάζω».
            Τώρα προχωρά σε ένα μυθιστόρημα γραμμένο στην ίδια οκτάβα που δεν ανέρχεται στις ψηλές νότες, αλλά προτιμά να κυλάει απρόσκοπτα στο χαμηλότονο επίπεδο της αφήγησης και του βουβού συναισθηματικού κύματος. Σε πρώτη ανάγνωση ο αναγνώστης πιστεύει ότι στην ουσία ξαναγράφει διηγήματα με διαφορετικές φωνές και «ηρωίδες», αν και δηλώνει ότι επιχειρεί ένα σπονδυλωτό μυθιστόρημα. Στη δεύτερη ανάγνωση καταλαβαίνει ότι η αποσπασματικότητα δεν είναι συρραφή διηγημάτων αλλά ένα γαϊτανάκι αφηγήσεων που προσπαθούν να κάνουν μια κυκλική πορεία επαναλήψεων και αλληλοσυμπληρώσεων. Τελικά τι από τα δύο συμβαίνει;
Κάθε κεφάλαιο διαδέχεται το προηγούμενο με εναλλαγή αφηγητριών, οπτικών γωνιών και κεντρικών χαρακτήρων σε μια μίξη που αφήνει τον αναγνώστη να ψάξει ποιος είναι ποιος, χωρίς όμως και να σπαζοκεφαλιάζει περιηγούμενος στον λαβύρινθο του βιβλίου. Η ιστορία σχηματίζεται σταδιακά σαν παζλ που συμπληρώνεται κομμάτι το κομμάτι, καθώς κάθε πρόσωπο προσθέτει τη δική-του κατάθεση. Ως προς αυτό μοιάζει ελάχιστα, αλλά έστω κι έτσι φέρνει στον νου, το «Θυμάμαι» της Βασιλικής Πέτσα.
            Σε ένα απόμερο χωριό στο νησί δυο φίλες, η άνεργη φιλόλογος Άννα (αυτοβιογραφικό στοιχείο;) και η επίδοξη συγγραφέας Αντιγόνη παραθερίζουν και έτσι γνωρίζουν τους ντόπιους. Το μέρος, το οποίο άλλοτε λεγόταν Αρνησάνη και τώρα λέγεται Καλλιρρόη, στοιχειώνει η παρουσία δύο γυναικών, η Φωτεινή που πέθανε στις αρχές του 20ού αιώνα (φήμες λένε ότι γέννησε τον γιο-της ύστερα από αναγκαστική αιμομιξία με τον πατέρα-της) και η Καυκάσια Όλγα που κατηγορήθηκε ότι αποπλάνησε τον Κώστα, ιδιοκτήτη του ξενώνα «Διώνη» και τελικά έφυγε από την περιοχή σαν αρρώστησε βαριά.
 
            Το έργο έχει έντονο γυναικείο χαρακτήρα, αφού οι γυναίκες κυριαρχούν ως αφηγήτριες και ως κρίνουσες συνειδήσεις, αν και πολλά μαθαίνονται από τους άντρες που ξέρουν αλλά γενικά ζουν περιθωριακά. Ώρες ώρες το βιβλίο δίνει την εντύπωση ότι μιλάει για ένα νησί αμαζόνων όπου οι άντρες έχουν κοινωνικά ευνουχιστεί και αυτό είναι η πιο μεγάλη τιμωρία απ’ όλες. Αλλά και οι γυναίκες, δυναμικές και δραστήριες, βασανίζονται από τα άγη του παρελθόντος, από τις σχέσεις-τους με τις άλλες γυναίκες, από τις φιλοδοξίες και τις ζήλιες-τους, από μυλόπετρες που δεν τις αφήνουν να αναπνεύσουν.
            Η Κασκάλη δίνει την εντύπωση ότι γράφει καλά στη μικρή φόρμα και μπορεί να στήνει σκηνές και πρόσωπα. Τώρα όμως που ανέλαβε μια μεγάλη σύνθεση, δεν κατάφερε να συγκροτήσει ενιαίο λόγο και να συνθέσει τις πολυπρόσωπες ιστορίες σε μια ενιαία αφήγηση. Κι αν πίστευα ότι το κάνει από μεταμοντέρνα διάθεση, θα έψαχνα αλλιώς να διαβάσω το μυθιστόρημά-της. Αλλά καθώς το τελείωνα, όταν δηλαδή οι ποικίλες ιστορίες έμειναν εκκρεμείς, η Αντιγόνη άλλαξε ρότα κι αποφάσισε να γράψει πολιτικό μυθιστόρημα αναιρώντας την υφή του ίδιου του μυθιστορήματος που διαβάζουμε, η ζωή των γυναικών προχωρά όχι πάντα προοικονομημένη από τα παρατεθειμένα έως τότε κ.ο.κ., σχημάτισα τη γνώμη ότι η συγγραφέας δεν έμεινε σε πλείστες αυτόνομες ιστορίες, δεν αρκέστηκε σε ένα μωσαϊκό εικόνων και μικροαφηγήσεων, αλλά θέλησε (κατά τη γνώμη-μου με μικρότερη επιτυχία) να ποιήσει μύθον, πολυπρόσωπο και πολυεπίπεδο χωρίς τελικά να συναρμόσουν μεταξύ-τους τα επιμέρους επεισόδια.
            Φυσικά κρατώ τον γυναικείο προβληματισμό σε διάφορα επίπεδα, από την άνεργη νέα έως τη φιλόδοξη συγγραφέα, από την δυναμική επιχειρηματία στην προδομένη σύζυγο κ.ο.κ. Όλα αυτά μεμονωμένα διαμορφώνουν έναν θήλυ μικρόκοσμο με τις δικές-του κοιλάδες, ρυάκια και γκρεμούς.

            Ευχαριστώ και πάλι τη συγγραφέα που μου εμπιστεύτηκε το βιβλίο-της και πίστεψε -και πιστεύει- στη δύναμη του αναγνώστη.

Πηγή:Βιβλιοκαφέ

Ο Προκόπης Δούκας για το «Κάτω»

Με φόντο το δράμα της μετανάστευσης και την οικονομική κρίση, η Δώρα Κασκάλη ανατέμνει (είναι το μόνο ρήμα που σκέφτομαι, από τις πρώτες σελίδες, οτι μπορεί να περιγράψει τη συγγραφική της ματιά), όπως έκανε και στο πρώτο της βιβλίο, τη συλλογή διηγημάτων “Στο τρένο”, τη διαχρονική ελληνική πραγματικότητα και τα ήθη της.

Μια πραγματικότητα που περιλαμβάνει τα πιο σταθερά κλισέ της ανθρώπινης σκέψης, τις πιο μικροαστικές και συντηρητικές αντιλήψεις, τις πιο μίζερες και συμπλεγματικές συμπεριφορές. Κι ακόμα παραπέρα, τις σκοτεινές πλευρές της ανθρώπινης φύσης – ακόμα και την αιμομιξία και την παιδεραστία. Ταυτόχρονα όμως, επειδή η συγγραφέας (είναι σαφές οτι) πιστεύει στη δύναμη της κάθαρσης και του καλού, οι μικρές τραγωδίες τελειώνουν πάντα στο φως, στην ελπίδα.

Η συγγραφέας προσεγγίζει την πλοκή του μυθιστορήματος της, σχεδόν αποκλειστικά από την πλευρά της γυναικείας ψυχής, δίνοντας σε κάθε κεφάλαιο το όνομα μιας γυναίκας. Κι αν αφηγείται ιστορίες περίπου δύο αιώνων, αυτό δεν ξενίζει τον αναγνώστη, καθώς η γλώσσα της (όπως και οι αναφορές της) κινούνται σε έναν χωροχρόνο απροσδιόριστης ηλικίας – από τις προλήψεις της ελληνικής επαρχίας του 19ου αιώνα, μέχρι τα social media. Παλιομοδίτικο, «καλωσυνάτο», αλλά και απρόσμενα σύγχρονο, κάποιες φορές.

Το τελευταίο κεφάλαιο σχεδόν εκτρέπεται σε μια αφήγηση πολιτικής φαντασίας – ο έλεγχος όμως δεν χάνεται. Ο πολιτικός σχολιασμός είναι διάχυτος σε όλο το έργο, δίνοντας την εντύπωση οτι ασφυκτιά να βρει μια διέξοδο, μια θέση στον ήλιο. Στην ουσία, το “Κάτω” είναι ένα παράπονο, αλλά και μια υπόδειξη για το πώς η αληθινή ζωή δεν πρέπει να χαθεί.

Πηγή:your painted smile

Παρουσίαση του βιβλίου στην Αθήνα

Οι ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗΣ σας προσκαλούν στο art bar «ποιήματα και εγκλήματα,» Αγίας Ειρήνης 17 (μεταξύ Αθηνάς και Αιόλου), Μοναστηράκι, την Τρίτη 17 Ιανουαρίου 2012, στις 8:30 μ.μ. στην παρουσίαση του μυθιστορήματος της Δώρας Κασκάλη «Κάτω». Για το βιβλίο θα μιλήσουν ο δημοσιογράφος Προκόπης Δούκας και η φιλόλογος Έλενα Τσαγκαράκη. Αποσπάσματα από το βιβλίο θα διαβάσει η ηθοποιός Μαργαρίτα Βαρλάμου.

Post Navigation