Δώρα Κασκάλη, Κάτω

Εκδόσεις Γαβριηλίδης 2011

Archive for the month “Δεκέμβριος, 2011”

Γιασημώ

Πέσε –κρυφή- σαν ξαφνική βροχή στην ξηρασία μου

Επιθυμημένη βαθιά και αξόδευτη από αιώνες.

Ιέρεια σεπτή με όλους τους ανέμους

Ν’ αναστατώνουν τα μακριά μαλλιά σου.

Νίκος Κεφάλας, «Ιέρεια του φθινοπώρου»

 

 

Κλεισμένη στο δωμάτιο της Στέλλας ετοιμάζω τα πράγματά μου με μια αίσθηση ξεριζωμού. Δεν το περίμενα αυτό. Είχα πιστέψει ότι η Καλλιρρόη ήταν ένας τόπος διακοπών, μια ανάπαυλα ανάμεσα σε ένα σχετικώς δυσάρεστο παρελθόν κι ένα αβέβαιο μέλλον χρώματος, τουλάχιστον, γκρι. Ίσως να φταίει το θλιμμένο βλέμμα της Στέλλας. Το ξέρω ότι παλεύει να μην το δείξει, αλλά την προδίδει το στεγνό της στόμα. Τις τελευταίες μέρες δεν της φτάνει το σάλιο, όλο πίνει νερό και δεν χορταίνει. Είμαι σίγουρη ότι την πειράζει που γυρίζω με άδεια χέρια, που πρέπει να ξαναριχτώ στο ψάξιμο χωρίς να έχω ένα γνωστό να πει μια καλή κουβέντα για μένα. Οι περίφημοι γνωστοί της Ελλάδας, το αθάνατο μέσο. Και ποιος θέλει μια ακόμη φιλόλογο; Οι πόρτες των φροντιστηρίων κλειστές, τα ιδιαίτερα σπάνια και οι γονείς κακοπληρωτές ή μπαταχτσήδες. Ίσως περισσότερο να σκέφτεται την ίδια, την επικείμενη μοναξιά της. Δεν μπορώ να ξέρω στα σίγουρα για την ψυχή του άλλου.

Με ξαναμάλωσε που αρνήθηκα για δεύτερη φορά στον Κώστα:

«Όλο άπρακτος φεύγει αυτός ο άνθρωπος από το νησί. Πιο πριν χωρίς τον έρωτά του, τώρα χωρίς το συνεργάτη που θα ήθελε στο τιμόνι της «Διώνης». Λες κι έχει πέσει κατάρα πάνω σ’ αυτό το σπίτι να μην στεριώνει άνθρωπος για άνθρωπος», ήταν η πρώτη της κουβέντα σήμερα, πριν κατεβάσουμε την πρώτη γουλιά από τον πρωινό καφέ μας έξω στην αυλή.

Δεν θέλησα να κάνω συζήτηση μαζί της γι’ αυτό το θέμα. Όχι σήμερα. Δεν είχα διάθεση να της πω ότι όσο και να το σκεφτώ, αδυνατώ να χωρέσω στο όνειρο του Κώστα. Αυτός ως αριστερός διανοούμενος έχει τύψεις που έφτιαξε μια επιχείρηση που για να επιβιώσει πρέπει να είναι επικερδής. Θέλει να σκέφτεται την «Διώνη» σαν ένα σπίτι που φιλοξενεί τους άγνωστους ταξιδιώτες και τους κάνει γνωστούς, μέλη μιας κοινωνίας ανθρώπων που αγαπούν το ωραίο και τον τόπο. Και μέσα σ’ αυτόν τον καλαίσθητο χώρο ονειρεύεται να βάλει μια νέα Όλγα, το αντίγραφο ενός αρχέτυπου που τον κάλυπτε σε όλα: ως άντρα, ως αφεντικό, ως άνθρωπο.

Μου είναι δύσκολο πια να παίζω το δεύτερο ρόλο, να ζω μια ζωή μόνιμης υποκατάστασης. Με τον Παναγιώτη ήταν αλλιώς. Ήταν το σώμα στη μέση, η ηδονή, το ξύπνημα εκείνης της σκοτεινής κι ανεξερεύνητης περιοχής ανάμεσα στα πόδια μου. Βέβαια, να ’ναι καλά η Στέλλα και ο μικρόκοσμος του οροπεδίου με τις ανατροπές τής κατά τα άλλα ακύμαντης ζωής του. Για πρώτη αφορά μετά από καιρό, έβγαλα από το προσκήνιο της μνήμης μου τον Παναγιώτη και την πικρία του περασμένου χειμώνα. Τώρα πια μου φαίνεται σχεδόν απίστευτο που δέχτηκα να παίξω ένα τόσο βλακώδες παιχνίδι με τους δικούς του, αποκλειστικά, όρους. «Καβαντζοποίηση» το έλεγε η Αντιγόνη και δεν είχε άδικο. Σήμερα μπορώ και δικαιολογώ τον εαυτό μου, εγκαταλείποντας την εμμονική ανάγκη της αυτομαστίγωσης. Όταν γνώρισα τον Παναγιώτη, δεν ήξερα. Όταν πάλι έμαθα, ήταν λιγάκι αργά. Είχα δεθεί μαζί του και δεν ήθελα ν’ αποχωριστώ το κορμί του, ακόμη κι αν με πονούσε που το μοιραζόμουν με μια άλλη γυναίκα. Και μετά, είχα την ανάγκη να σκέφτομαι κάποιον, να στέλνω γλυκερά μηνύματα στο κινητό του, να κάνω μικρά δώρα που τη μια στιγμή έχουν τη μεγαλύτερη αξία του κόσμου και την επομένη τα ξεχνάς στο ντουλαπάκι του αυτοκινήτου, ανακατωμένα με τα χαρτάκια των διοδίων. Δεν πρέπει να είμαι εντελώς άδικη μαζί του. Είχαμε και τις καλές μας στιγμές. Μπορεί η Αντιγόνη και οι γονείς μου να τα βλέπουν όλα αρνητικά, αλλά αυτοί δεν ξέρουν τα πιο ιδιωτικά μας. Ισοπεδώνουν και νομίζουν ότι έτσι μου ανοίγουν τα μάτια, ότι με βοηθούν να συνειδητοποιήσω τα λάθη μου.

Τέλος πάντων. Πρέπει να γυρίσω καθαρή, χωρίς αναμνήσεις που θα με κρατήσουν πίσω, συναισθηματικά κι επαγγελματικά. Το υποσχέθηκα στον εαυτό μου να μην ξανασκεφτώ τίποτε πια από τα δυσάρεστα. Η ιστορία της Όλγας είναι κομμάτι του παρελθόντος της Στέλλας και του Κώστα. Ας το διαχειριστούν μόνοι τους, όπως μπορεί ο καθένας τους. Εγώ το μόνο που είδα απ’ αυτή τη γυναίκα είναι ένα θαμνοειδές φυτό που επιμένει να πετάει τα κόκκινα λειριά του παρά τα πρώτα φθινοπωρινά κρύα. Και η πρόσφατη κηδεία του Περικλή αφορά και πάλι την Ειρήνη και ίσως εξ αντανακλάσεως τον Κώστα. Αυτόν τον άνθρωπο τον θυμάμαι αμυδρά, σε κάποιο από τα δείπνα της Ρωξάνης. Γιατί να κλάψω για την απώλεια ενός σχεδόν άγνωστου; Τόσοι και τόσοι δεν πεθαίνουν κάθε μέρα; Όχι, δεν με παίρνει να θρηνήσω για κανέναν εκτός από την οικογένειά μου και τους λιγοστούς φίλους. Όχι τώρα πια. Εγώ καθάρισα με την θλίψη, τελείωσα με τα άγονα χρόνια που κοιτούσα απαθής το ταβάνι και χρόνιζα τις σπουδές μου στη σχολή. Τώρα μόνο δράση, δράση και κουράγιο.

 Η Αντιγόνη θα χαρεί με την αποφασιστικότητά μου. Κακώς με θεωρεί μαλακή, ένα εύκολο θύμα που πέφτει με την πρώτη στα νύχια του κάθε επιτήδειου. Σιγά-σιγά μαθαίνω να προστατεύομαι, να δίνω εκεί που κρίνω ότι θα πάρω, να κάνω οικονομία σε ψυχικές δυνάμεις. Μακάρι να το δουν και οι γονείς μου. Είναι η πιο στερεότυπη έριδά μας. Αυτοί ξέρουν καλύτερα κι εγώ οφείλω να τους ακολουθώ.

Μυστικά μέσα μου εδώ και κάποιο διάστημα, πήρα την απόφαση να πάψω να είμαι ένα εύκολο πεδίο, πάνω στο οποίο κάνουν τις δοκιμαστικές βολές τους συγγενείς κι αγαπημένοι. Αυτές τις τελευταίες μέρες κρατήθηκα να μην ουρλιάξω. Η Αντιγόνη το κατάλαβε και δεν με πιέζει. Ακόμη και η Στέλλα είδε που ζορίζομαι και μετράει τις κουβέντες της. Δεν είμαι το υιοθετημένο κανενός. Έχω γεμίσει μ’ έναν τυφλό θυμό που ξεχειλάει από μέσα μου και δεν ξέρω ποιον και τι θα πάρει στο διάβα του. Δικαίους και αδίκους. Κάτι σαν το ρέμα της Γιασημώς έξω απ’ την Καλλιρρόη που κατά καιρούς ξυπνάει άξαφνα από το λήθαργό του και πνίγει από ζωντανά μέχρι ανθρώπους.

Από τις αρχές Αυγούστου που το ανακάλυψα, πηγαίνω εκεί μόλις ξυπνήσω κι ακούω τα πουλιά στην πρωινή τους συναυλία. Η Στέλλα εντυπωσιάστηκε πώς το βρήκα ανάμεσα στις βατσινιές, στα χείλια του κάμπου, εκεί που τα χωράφια σμίγουν με τις υπώρειες των γύρω λόφων. Την έβαλα και μου είπε για το μύθο της Γιασημώς, της τοπικής μάγισσας που ποιος ξέρει σε ποια σκοτεινά χρόνια ρίχτηκε από τους φανατικούς παπάδες και τους δεισιδαίμονες προύχοντες μέσα σ’ έναν ορμητικό χείμαρρο και πνίγηκε αβοήθητη.

Αυτό το μύθο πρέπει να τον μάθει η Αντιγόνη, μια που έχει καταντήσει συλλέκτης ιστοριών. Μαζεύει η έρημη κομπόδεμα λέξεων για να τις αξιοποιήσει μετά κλεφτά ανάμεσα στη χαρτούρα της Υπηρεσίας της ή στο γραφειάκι που της ξέμεινε στο δωμάτιό της από τα φοιτητικά της χρόνια. Αυτή μυθοποιεί στον ξύπνιο της κι εγώ στο κρεβάτι μου. Έτσι όπως νιώθω αυτό το διάστημα, δεν το έχω σε πολύ να δω και την Γιασημώ στον ύπνο μου. Λες και τα φαντάσματα της Αρνησάνης έχουν στηθεί στην ουρά για να μου ταράζουν τα όνειρα.

Το τελευταίο που μου χρειάζεται τώρα είναι να μου έρθει το φάσμα της κόρης που δεν την λυπήθηκαν και την γκρέμισαν από ένα, χαλασμένο πια, γεφυράκι μέσα στο φουσκωμένο ρέμα. Ωραίες εποχές: κανείς δεν λυπήθηκε την κοπέλα που εγκυμονούσε. Τους κακοφάνηκε που έβλεπε προφητικά όνειρα, που προστάτευε τους δικούς της και γλίτωναν στους πολέμους και στις κακοτοπιές. Πρέπει να ήταν κι όμορφη με κείνη την αρχαία ομορφιά που είχαν οι νύμφες του δάσους, τα ξωτικά που στα παλιά χρόνια χόρευαν με τραγοπόδαρα στοιχειά και κάνανε έρωτα χωρίς περιορισμούς πάνω στα δεμάτια των άχυρων. Γιασημώ, Γιασημώ, όσο πας με το ρεύμα των καιρών, τα καταφέρνεις κι είσαι πάνω απ’ το γεφυράκι. Αν βγεις κόντρα, είτε το θέλεις είτε όχι, σε πνίγουν, σε πετάνε σαν ένα κομμάτι κούτσουρο που δεν κάνει μήτε για προσάναμμα.

Μόλις τελειώνω με τις βαλίτσες μου, ξαναπαίρνω μια τελευταία φορά το δρόμο για το ρέμα σου, Γιασημώ. Δεν είναι η ώρα μου, κοντεύει σχεδόν μεσημέρι, αλλά ελπίζω να δέχεσαι και τώρα επισκέψεις. Αλήθεια, θα με πιστέψεις, αν σου πω ότι σε νιώθω αλληλέγγυα, τόσους αιώνες μετά; Ίσως γι’ αυτό έρχομαι ακόμη στον τάφο σου που τον έχει φάει η αγριάδα. Αν έμενα στην Καλλιρρόη, μπορεί με τον καιρό να σου έπιανα και κουβέντα σα να ήσουν φίλη καρδιακή. Μπορεί να κοίταζα στον πάτο του ρέματος που είναι γεμάτος πέτρες, όπως τις ξεσέρνει στο διάβα του το νερό, και να σε ρωτούσα αν βλέπεις ακόμη όνειρα που προφητεύουν. Αλλά και πάλι, σου βγήκε σε καλό που έβλεπες το μέλλον; Σάμπως δεν έπιασες όλους τους συχωριανούς σου και δεν τους είπες ότι είδες μεγάλο χαλασμό; Σάμπως δεν τους παρακίνησες να μείνουν μακριά από τα σπίτια τους γιατί θα πέφταν να τους πλακώσουν; Δυο-τρεις που σε πίστεψαν έμειναν χειμωνιάτικα έξω το βράδυ κι αρρωστήσανε βαριά. Οι αστόχαστοι περίμεναν μασημένη τροφή, να τους έλεγες ακόμη κι αυτό: πώς να προστατέψουν τις ανόητες ζωούλες τους με ζωηρές φωτιές και τριχωτές βελέντζες. Αυτοί που σε πιστέψανε, οι ευεργετημένοι, ήταν που ξεσήκωσαν τους άλλους. Και πήγαν και σε τράβηξαν από το ζεστό συζυγικό σου κρεβάτι, σε σύρανε από τα πορφυρά σου μαλλιά –κι ας σπαρταρούσες σαν το ψάρι κι ας τους ζητούσες να λυπηθούνε το αγέννητό σου- και σε πέταξαν όλοι μαζί στο χείμαρρο. Κι ύστερα δικαιωμένοι πήγανε και κοιμηθήκανε στα δίκαια κρεβάτια τους. Αλλά δεν ξέρανε ότι το ίδιο βράδυ θα άνοιγε η γη και θα ερχόταν ο κόσμος τα πάνω κάτω. Μετά από κείνο το βράδυ, εσύ είχες για τάφο σου το νερό κι οι άλλοι τα σπιτάκια τους. Δικαιοσύνη.

Τώρα σχεδόν σε βλέπω, όπως κοιμάσαι αιώνια ανάμεσα στα βρύα του ρυακιού σου. Αλλά όταν καμιά φορά ξυπνήσεις, παίρνεις το νερένιο ντύμα σου και πνίγεις κόσμο και κοσμάκη, χαλάς περιουσίες και δείχνεις σ’ όλους το εφήμερο της ζωής. Γιασημώ, Γιασημώ σε ποιους να πω τα δικά μου όνειρα; Να πω στην Στέλλα ότι δεν είμαι η Όλγα της, ότι της παραστάθηκα και την αγάπησα όσο αγαπάει κανείς έναν καλό φίλο, αλλά έχω γονείς και είναι χιλιόμετρα μακριά; Να πω στον Κώστα ότι δεν θα τον αγαπήσω ποτέ, όπως ποτέ δεν θα δοθώ και στην «Διώνη» του; Ακόμη και στην Αντιγόνη πώς να πω ότι βαρέθηκα να μειονεκτώ, να είμαι το κουτσό ποδάρι στη σχέση μας; Κι αν πω μια κουβέντα απ’ όλα αυτά δεν θα με γκρεμίσουν κι αυτοί, δεν θα με βγάλουν με τη βία έξω από την καρδιά τους και δεν θα με ρίξουν στο ποτάμι της λησμοσύνης;

Όσο και να σε ρωτώ σ’ αυτή την τελευταία βόλτα μου στο χορταρένιο βασίλειό σου, δεν θα μου απαντήσεις. Καλύτερα να μην ψάχνω απαντήσεις, να μην ταράζω την εικόνα που έχει φτιάξει ο καθένας τους για μένα. Να φεύγω πάντα μ’ ένα σιβυλλικό χαμόγελο κι ας νομίζουν ότι όσα πίστεψαν για μένα ισχύουν στο έπακρο, κι ας κάνουν τους λογαριασμούς τους χωρίς την υποψήφια ξενοδόχο.

Ελπίζω σήμερα το βράδυ να μην εμφανιστεί ο Κώστας. Εξάλλου, το επίσημο ξεπροβόδισμα έγινε χθες. Ήρθε και η Στάσα, ο Αρχέλαος. Η καημένη η Στέλλα έβαλε τα δυνατά της για να με τιμήσει. Γι’ αυτό δεν μπορώ να την κακολογίσω ή να της κρατήσω κακία για τις εμμονές της. Ευτυχώς που οι άλλοι ήταν τόσο πιωμένοι –ακόμη κι η Αντιγόνη είχε ένα χαζό μεθυσμένο χαμόγελο στα χείλια της- που δεν κατάλαβαν ότι ο Κώστας με διπλάρωσε. Τάχαμου φιλικά έβαλε το χέρι του στη μέση μου και πίεζε τα δάχτυλά του μέσα στο δέρμα μου. Με ρώτησε για ποιον είχα γίνει τόσο όμορφη κι εγώ του απάντησα «Μα φυσικά για τον Λάμπρο». Κι όλο επέμενε να βγω στη μικρή πίστα ανάμεσα στα τραπέζια και να χορέψω για να δουν όλοι την «κορμάρα μου». Σοκαρίστηκα με το λεξιλόγιο που ταίριαζε περισσότερο σε τυπικό σκυλά παρά σε διανοούμενο αριστερό. Αυτή η ξαφνική μεταστροφή του με ξένισε πολύ, αλλά μόνο με την Αντιγόνη μπορώ να το κουβεντιάσω αυτό. Η Στέλλα θέλει πάντα να τον σκέφτεται σαν τον ρομαντικό ερωτευμένο που αγάπησε με αυταπάρνηση την πρόωρα χαμένη φίλη της, αλλά θυσιάστηκε για να μην διαλύσει το γάμο του. Δεν ξέρω. Μπορεί χθες να μιλούσε το ποτό. Αλλά πάλι, υπήρχε κάτι ξεκάθαρα νηφάλιο σε όλη τη στάση του Κώστα. Και μετά γιατί να μην υπάρχει ως σώμα αυτός ο άντρας; Γιατί να μην έχει επιθυμίες και ορέξεις; Η Ρωξάνη μου δίνει την εντύπωση μιας γυναίκας ψυχρής που πιθανόν να εγκατέλειψε πρώτη το συζυγικό έρωτα και να μπήκε στη ρουτίνα μιας απλής συμβίωσης με ξεκαθαρισμένους όρους.

Εσύ Γιασημώ, θα μπορούσες να με βοηθήσεις αν όντως στοιχειώνεις αυτό το ρέμα μέχρι κάτω στα παράλια. Θα μπορούσες να μου δώσεις κάποιες απαντήσεις για το μεγάλο αίνιγμα της ανθρώπινης ύπαρξης. Αλλά κι εσύ προτιμάς τη σιωπή σου. Ό,τι είναι να πεις, το λες με τα ξαφνικά σου ξεσπάσματα, τη λάσπη και τα κοτρώνια που τραβάς από το λόφο ψηλά. Πώς να μου απαντήσεις γιατί πήγα; Ήθελα, άραγε, να βεβαιωθώ; Μα είχε φανεί, από πριν στο τραπέζι, τι ήθελε από μένα. Κι όμως τον ακολούθησα στους σκοτεινούς δρόμους ανάμεσα στα χαλάσματα της Καλλιρρόης. Και τον άφησα να μ’ αγκαλιάσει με κείνα τα χέρια που άπλωνε σαν αρπάγη και τα κλείδωνε πίσω στην πλάτη μου. Μπορεί να μου έλειψε η επιθυμία του άντρα που θέλει το κορμί. Μπορεί να ένιωθα μοναξιά εκείνη την ώρα. Το κεφάλι μου ήταν θολό από το κρασί και την υπερένταση, δεν δούλευε η λογική μου. Μόνο όταν προσπάθησε να με φιλήσει, τον άφησα μ’ έντρομο ύφος κι έτρεξα κατά το παλιό νεκροταφείο κι ας με φώναζε εκείνος ότι ήταν επικίνδυνα εκεί με τόσους τάφους αδειανούς να χάσκουν σαν στόματα έτοιμα να με καταβροχθίσουν. Μήπως σκεφτόμουν τον Παναγιώτη, την προδοσία;

Τώρα που έπεσε αυτή η όψιμη ζέστη του φθινοπώρου, μ’ αρέσει να βουλιάζω τα πέλματά μου στη μαλακή, δροσερή λάσπη της όχθης σου. Τα χάλκινα φύλλα έχουν φτιάξει ένα τριζάτο χαλί πάνω στο παλιό μονοπάτι των ξωμάχων. Και ο αέρας μουρμουρίζει ανάμεσα από τα φύλλα των αειθαλών. Έτσι κι εσύ, Γιασημώ, θάλλεις αιώνια. Αλίμονο από μας που μεγαλώνουμε και γερνάμε. Πόσο όμορφο είναι το αντρικό σώμα στη νιότη του. Δεν έχω συνηθίσει στα νερουλά κρέατα της μέσης ηλικίας. Εσύ με καταλαβαίνεις, μια που έχασες τόσο νωρίς το νεαρό σου σύζυγο. Καταλαβαίνεις ότι το χάδι του Κώστα χθες το βράδυ μου φάνηκε σαν αιμομιξία κι ας μην μας χωρίζουν πολλά χρόνια. Η Στέλλα μού έλεγε ότι τα βράδια του χειμώνα ακούγεται απ’ άκρη σ’ άκρη στο οροπέδιο το ουρλιαχτό του αέρα. Οι ντόπιοι λένε πώς είσαι εσύ που τριγυρνάς μες στο σκοτάδι και κλαις για το μωρό που άφησες ζεστό μέσα στην ξύλινη κούνια του, για το άλλο το αγέννητο που δεν πρόλαβε να δει το φως του κόσμου. Κανείς δεν σκέφτεται ότι μπορεί να μοιρολογάς γιατί στερήθηκες το βασταγερό κορμί του άντρα σου, ότι ίσως και να λυσσάς από τη ζήλεια σου για τη γυναίκα που πήρε πολύ γρήγορα τη θέση σου στο κρεβάτι του και μεγάλωσε το γιο σας, κοντά στα άλλα τους παιδιά.

Καλύτερα να μείνουμε αυτό το βράδυ μόνοι μας, εμείς η οικογένεια της ταβέρνας. Αυτό που με καθησυχάζει είναι η αίσθηση ότι θα ξανασυναντηθούμε σύντομα, ότι η αγάπη μας δεν θα ξεχαστεί. Θα μου λείψουν η Καλλιρρόη και οι μύθοι της. Αυτές τις μνήμες θα πάρω μαζί με τις βαλίτσες μου και θα γυρίσω πίσω στο πατρικό τριάρι, όπου η ζωή περνάει έξω από το παράθυρο των συνταξιούχων γονιών μου χωρίς να έχει να μου διηγηθεί συνταρακτικές ιστορίες. Τα νυχτέρια μας με την Στέλλα θα δώσουν τη θέση τους στις πανομοιότυπες ειδήσεις των οχτώ που αντιλαλούν σ’ όλα τα δωμάτια τη φρίκη τους, καλύπτοντας τα κενά της σιωπής μας. Οι βόλτες στα θερισμένα χωράφια θα γίνουν τρεχάλα για να προλάβω να παραδώσω βιογραφικά στις τέσσερις μεριές του ορίζοντα, εισπνέοντας τα καυσαέρια των παλιών αστικών λεωφορείων και προσπερνώντας πρόσωπα χωρίς βλέμμα. Και τα πουλιά της ρεματιάς θ’ αντικατασταθούν από τους καυγάδες των από κάτω που δεν ξέρουν πώς να αποφύγουν ο ένας τον άλλο μέσα σε εξήντα, στριμόκωλα τετραγωνικά.

Post Navigation