Δώρα Κασκάλη, Κάτω

Εκδόσεις Γαβριηλίδης 2011

Infrared Magazine

Ανταλλακτήριο ηδονώνΗ ποιήτρια Βάσω Χριστοδούλου κάνει ένα περιεκτικό αφιέρωμα στη μέχρι τώρα δουλειά μου. Στη στήλη της «Τα αδέσποτα»: http://infrared-mag.com/%CE%B4%CF%8E%CF%81%CE%B1-%CE%BA%CE%B1%CF%83%CE%BA%CE%AC%CE%BB%CE%B7/

Την ευχαριστώ πολύ.

Advertisements

Ανταλλακτήριο ηδονών, εκδόσεις Σαιξπηρικόν

Ανταλλακτήριο ηδονών
Η πρώτη μου ποιητική συλλογή, αμιγώς ερωτική, κυκλοφορεί σύντομα από τις εκδόσεις Σαιξπηρικόν.
Προδημοσίευση στο εξαιρετικό λογοτεχνικό e-zine poema: http://www.poema.gr/poem.php?id=527
και στο ηλεκτρονικό περιοδικό Στάχτες: http://www.networkedblogs.com/Wjdk1
Πρώτη δημοσίευση στο diastixo: http://diastixo.gr/logotexnikakeimena/poihsh/1623-tria-poihmata-dora-kaskali

Συνέντευξη στο «Πανδοχείο»

Σύντομα θα ενοποιήσω τα μπλογκ που παρακολουθούν την πορεία των βιβλίων μου σε μία σελίδα. Τα ηλεκτρονικά αυτά αρχεία ήταν πολύτιμα για μένα. Παραθέτω εδώ μία παλιότερη συνέντευξη που αναρτήθηκε τον Ιανουάριο του 2012 στο βιβλιοφιλικό μπλογκ «Πανδοχείο» του Λάμπρου Σκουζάκη, όπου γίνεται αναφορά στα διαβάσματά μου, στα δύο βιβλία μου και σε άλλα, ελπίζω όχι αδιάφορα.
Πέντε ζωές κι ένα μυθιστόρημα
Το 2012 κυκλοφόρησε ελεύθερα στο διαδίκτυο η νουβέλα μου του πολυτάλαντου Γιάννη Φαρσάρη.
Τον Ιούνιο του 2014 θα κυκλοφορήσει η πρώτη μου ποιητική συλλογή «Ανταλλακτήριο ηδονών» από τις καλαίσθητες εκδόσεις Σαιξπηρικόν του ποιητή Γιώργου Αλισάνογλου.
Τέλη αυτού του χρόνου με αρχές του επόμενου θα κυκλοφορήσει και η δεύτερη συλλογή διηγημάτων μου «Παροπλισμένοι».
Το ταξίδι συνεχίζεται

Στο αίθριο του Πανδοχείου, Δώρα Κασκάλη

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.
Είναι πολλοί και αντιπροσωπεύουν αναγνωστικές προτιμήσεις διαφορετικών περιόδων της ζωής μου. Πρόχειρη λίστα με τους έλληνες: Γεώργιος Βιζυηνός, Κωνσταντίνος Θεοτόκης, Μιχαήλ Μητσάκης, Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Κωνσταντίνος Καβάφης, Δημοσθένης Βουτυράς, Γιώργος Σεφέρης, Γιώργος Θεοτοκάς, Νίκος Εγγονόπουλος, Μ.Καραγάτσης, Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Μανόλης Αναγνωστάκης, Γιώργος Ιωάννου, Νίκος Αλέξης Ασλάνογλου, Μάριος Χάκκας, Ανδρέας Φραγκιάς, Δημήτρης Χατζής, Άρης Αλεξάνδρου, Αργύρης Χιόνης, Άρης Φακίνος, Βασίλης Αλεξάκης, Μένης Κουμανταρέας, Ηλίας Χ. Παπαδημητρακόπουλος, Περικλής Σφυρίδης, Μάρω Δούκα, Ρέα Γαλανάκη, Θανάσης Μαρκόπουλος, Δημήτρης Δημητριάδης, Βασίλης Γκουρογιάννης και οι κάπως νεότεροι βορειοελλαδίτες διηγηματογράφοι (Τάσος Καλούτσας, Κοσμάς Χαρπαντίδης, Βασίλης Τσιαμπούσης, Ηλίας Παπαμόσχος). Και με τους ξένους: Σααδί, Ε.Α. Πόε, Σταντάλ, Γκυστάβ Φλωμπέρ, Φιόντορ Ντοστογιέφσκι Άντον Τσέχοφ, Μαξίμ Γκόρκι, Νικολάι Γκόγκολ, Λέων Τολστόι, Χόρχε Λουίς Μπόρχες, Φερνάντο Πεσσόα, Τ. Σ. Έλιοτ, Μαρσέλ Προυστ, Αλμπέρ Καμύ, Φραντς Κάφκα, Τόμας Μαν, Τζον Στάινμπεκ, Σκοτ Φιτζέραλντ, Σύλβια Πλαθ, Φρανσουάζ Σαγκάν, Γιούκιο Μισίμα, ΄Ιταλο Καλβίνο, Τζ. Ντ. Σάλιντζερ, Ρέιμοντ Κάρβερ, Τζέφρι Ευγενίδης. Δυστυχώς τα τελευταία χρόνια δεν διάβασα αρκετή σύγχρονη ξένη λογοτεχνία, παρά μόνο γνωρίζω κάποια ονόματα καθαρά δημοσιογραφικά.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.
ΛοιμόςΔεν θα είμαι αναλυτική για να μην καταχραστώ το χώρο σας. Αν βάλετε σε κάθε παραπάνω όνομα δύο με τρία έργα του, ο κατάλογος θα είναι μακρύς, ειδικά αν προστεθούν και μεμονωμένα έργα συγγραφέων. Τηλεγραφικά μόνο θα πω ορισμένα Ελλήνων: Ακυβέρνητες Πολιτείες του Τσίρκα, Λοιμός του Φραγκιά, Το κιβώτιο του Αλεξάνδρου και η τριλογία του Άρη Φακίνου (Το κάστρο της μνήμης, Κλεμμένη ζωή, Το όνειρο του πρωτομάστορα Νικήτα).

Αγαπημένα σας διηγήματα.
Θα αναφέρω για ευνόητους λόγους κάποια διηγήματα παλιότερων συγγραφέων: «Μοσκώβ-Σελήμ» του Βιζυηνού, «Ο έρωτας στα χιόνια» του Παπαδιαμάντη, «Πίστομα» του Θεοτόκη, «Παραρλάμα» του Βουτυρά, «Σαμπεθάι Καμπιλής» του Χατζή.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος Έλληνας λογοτέχνης;
Κάτι θα γίνει θα δεις Χρήστος ΟικονόμουΟ Χρήστος Οικονόμου και ειδικά για το τελευταίο βιβλίο του Κάτι θα γίνει θα δεις. Γα να μην αδικήσω τους υπόλοιπους νέους συγγραφείς, πρέπει να ομολογήσω ότι δεν έχω αρκετό χρόνο για να διαβάσω δουλειά τους. Ενημερώνομαι, όμως, από τον ηλεκτρονικό τύπο και τα περιοδικά και βλέπω με μεγάλη μου χαρά ένα δημιουργικό ξέσπασμα των σημερινών περί τα τριάντα –αλλά και νεότερων- συγγραφέων, ποιητών και πεζογράφων.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;
Στο τρένοΤους ήρωες των διηγημάτων της πρώτης μου συλλογής τους έχω αφήσει στις αέναες διαδρομές τους πάνω στις ξεφτισμένες θέσεις των συρμών, να ανοίγουν κουβέντα με τους περαστικούς. Όσο για τις γυναίκες του «Κάτω», μαθαίνω νέα τους από τους αναγνώστες που άρχισαν να διαβάζουν το βιβλίο, το οποίο κυκλοφόρησε πρόσφατα, και εκπλήσσομαι από όσα τους ανιστορούν ερήμην μου.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.
Η ναξιώτισσα Αριάγνη του ομώνυμου βιβλίου του Τσίρκα από την Τριλογία του που κατοικεί στο Κάιρο σε ένα ιδιότυπο λαβύρινθο: ανεξίθρησκη συντρέχει τους ντόπιους, γίνεται το καταφύγιο του κυνηγημένου Σιμωνίδη, ζει έναν έρωτα χωρίς ανταπόκριση κι όμως βασανιστικά παρόντα για 23 χρόνια με τον Γιούνες και υπερασπίζεται τη δική της πανανθρώπινη ηθική.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;
Στο τρένο και μάλιστα πολλές φορές. Στη διαδρομή Θεσσαλονίκη-Αθήνα έχω καταφέρει να γράψω ολόκληρα –σύντομα- διηγήματα.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;
Καθετί μπορεί να ενεργοποιήσει την έμπνευση: οι άνθρωποι που συναντώ, μια είδηση στο διαδίκτυο, μια εικόνα έξω από το παράθυρο του αυτοκινήτου, ένα πρόσωπο στο λεωφορείο. Παρακολουθώ ηδονοβλεπτικά τα πάντα γύρω μου. Εκείνη τη στιγμή κινητοποιείται όλος ο μηχανισμός της φαντασίας και στήνεται ο βασικός σκελετός της πλοκής. Όταν, αργότερα, καταγράφω την ιστορία στον υπολογιστή μου, πολλές φορές το κείμενο με πάει αλλού και αναθεωρώ ακόμη και ολόκληρο το οικοδόμημα που ξεκίνησα να στήνω. Αυτά προκειμένου για τα διηγήματα. Η συγγραφή ενός μυθιστορήματος είναι μια εργασία πιο συστηματική και λιγότερο παρορμητική, γι’ αυτό και δυσκολότερη για μένα που έχω συνηθίσει να γράφω στη σύντομη φόρμα.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;
Εργάζομαι όταν και όποτε μπορώ να βρω λίγο χρόνο. Συνήθως επεξεργάζομαι εγκεφαλικά κατά τη διάρκεια της ημέρας μια βασική ιδέα με συνηθέστερη υπόκρουση το Τρίτο Πρόγραμμα που ακούγεται σταθερά στο σπίτι, αλλά και τις πρώτες κουβέντες της κόρης μου, το κλάμα του γιου μου, όλη αυτή τη μουσική του μικρόκοσμου του σπιτιού μου που παρέχει ασφάλεια, χαμόγελο και κουράγιο ακόμη και όταν η έμπνευση κάνει κοιλιά. Διαύγεια για να γράψω έχω αργά το βράδυ, μαζί όμως και με τη συσσωρευμένη κούραση από τις ημερήσιες φροντίδες.
Προτιμώ να ακούω σάουντρακ από αγαπημένες ταινίες, Philip Glass, Michael Nyman, Ryuichi Sakamoto, Zbigniew Preisner, Wim Mertens, Arvo Pärt, Sylvain Chauveau.

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα των δυο βιβλίων σας;
11Το πρώτο μου βιβλίο Στο τρένο (εκδ. Γαβριηλίδης 2010) είναι μια συλλογή διηγημάτων με ιστορίες επιβατών, οι οποίοι στις διαδρομές τους πάνω στη γραμμή «Πύθιο-Σταθμός Λαρίσης» ζουν τα δικά τους πάθη που αποτελούν το πρωταρχικό καύσιμο της ζωής: έρωτας-σεξ-θάνατος. Το δεύτερο βιβλίο μου είναι το μυθιστόρημα Κάτω από τις ίδιες εκδόσεις, το οποίο κυκλοφόρησε λίγο πριν εκπνεύσει το 2011. Σπονδυλωτό βιβλίο, αφηγείται ιστορίες γυναικών –ζώντων και νεκρών- μέσα στο χλωρό παράδεισο ενός νησιού, καταγράφοντας τις επιθυμίες, τα ελλείμματά τους, τον αγώνα τους για επιβίωση. Στο τέλος του βιβλίου, τις μικρές ζωές τους ξεθεμελιώνει μια σαρωτική κρίση που υποχρεώνει όλες τις ηρωίδες να επαναπροσδιορίσουν τη ζωή και τις επιλογές τους.

Πώς βιοπορίζεστε;
Εργάζομαι στο υπουργείο Δικαιοσύνης. Παλαιότερα, εργάστηκα για οκτώ χρόνια σε Τράπεζα.

Η υπό εκπόνηση διατριβή σας αφορά τις εκφάνσεις της ελληνικότητας στη μεταναστευτική λογοτεχνία. Πώς επιλέξατε αυτό το ιδιαίτερα ενδιαφέρον θέμα, τι αφορά, ποια όρια έχετε βάλει στο θέμα σας, σε ποιο σημείο βρίσκεστε;
Σε συνεργασία με την επόπτριά μου, καθηγήτρια στο Α.Π.Θ. Μαίρη Μικέ, αποφασίσαμε να μελετήσω παραδειγματικά τη μεταναστευτική λογοτεχνία ώστε να ιχνηλατήσω τις μεταμορφώσεις της ιδέας της πατρίδας και της ελληνικότητας στα κείμενα Ελλήνων που έζησαν στην αλλοδαπή και μεταφέρουν τη μεταναστευτική εμπειρία τους όσο και εκείνων που δημιουργούν στην Ελλάδα, αλλά έχουν θέμα τους μετανάστες. Χρονικά περιορίσαμε το θέμα από τις αρχές του 20ού αιώνα έως τα μέσα της δεκαετίας του ’90. Τα τελευταία χρόνια η μετανάστευση και η ετερότητα ήταν ζητήματα ιδιαίτερα προσφιλή στην έρευνα. Δυστυχώς, μετά τη μελέτη ενός σημαντικού μέρους της μεταναστευτικής λογοτεχνίας, το διδακτορικό μου έμεινε λιγάκι πίσω λόγω της απόκτησης των δύο παιδιών μου.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;
Νομίζω ότι είναι δύσκολο να απαντήσω για το ποιο είναι το αγαπημένο μου λογοτεχνικό περιοδικό. Έχω ιδιαίτερη σχέση μαζί τους, ειδικά με τα περιοδικά της περιφέρειας, γιατί υπήρξαν εξαιρετικά φιλόξενα και μου διέθεσαν τις σελίδες τους για να δημοσιεύσω τα πρώτα μου διηγήματα.
Η Παρέμβαση της Κοζάνης, η Εξώπολις της Αλεξανδρούπολης, στα οποία είμαι τακτική συνεργάτης, είναι αυτά που νιώθω πιο κοντινά μου. Αλλά και τα περιοδικά της Θεσσαλονίκης Εντευκτήριο –ο Γ. Κορδομενίδης εκδίδει ένα υψηλών προδιαγραφών περιοδικό- και Ένεκεν, το πάντα έγκυρο και πρωτοπόρο Πλανόδιον και το εξαιρετικό Εμβόλιμον είναι από τα περιοδικά που δεν θα μπορούσα να μην αναφέρω.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;
Τον Μάριο Χάκκα.

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;
Παρίσι-Τέξας Βιμ ΒέντερςΠαρακολουθώ και θέατρο και σινεμά. Θα αναφέρω εδώ κάποιους αγαπημένους δημιουργούς: ο «Δεκάλογος» του Κισλόφσκι (ειδικά η «Μικρή ιστορία για ένα φόνο» και η «Μικρή ερωτική ιστορία»), όλες οι ταινίες του Ταρκόφσκι –παράλληλα με την ανάγνωση των «Σμιλεύοντας το χρόνο» και «Μαρτυρολόγιο»-, ο ιταλικός νεορεαλισμός (Ροσσελίνι, Ντε Σίκα), ο Φελίνι, ο Μπέργκμαν, ο Ακίρα Κουροσάβα, ο Βέντερς μέχρι και την ταινία «Τα φτερά του έρωτα», οι αδερφοί Ταβιάνι, ο Νικίτα Μιχάλκοφ, ο Φρανσουά Τριφό, οι παλιότερες του Γούντι Άλεν μέχρι και την ταινία «Η Χάνα και οι αδερφές της», ο Στίβεν Φρίαρς, ο Γκας βαν Σαντ, ο Αρονόφκσι, ο Ιναρίτου, ο Λαρς φον Τρίερ. Από τα μαθητικά μου χρόνια παρακολουθούσα με προσήλωση τις ταινίες του Γκοντάρ και του Φελίνι στην κρατική τηλεόραση και ως φοιτήτρια υπήρξα φανατική σινεφίλ. Απωθημένο μου εξακολουθεί να είναι η σκηνοθεσία, ενώ είχα και μια σύντομη θητεία στην «Πειραματική Σκηνή της Τέχνης» ως βοηθός σκηνοθέτη. Όποτε κατεβαίνω στην Αθήνα συνήθως παρακολουθώ τις παραστάσεις του «Θεάτρου του Νέου Κόσμου», του «Επί Κολωνώ» και του «Θεάτρου οδού Κεφαλληνίας».

Γράψατε ποτέ ποίηση – κι αν όχι, για ποιο λόγο;
Αυτή την περίοδο δοκιμάζω τις δυνάμεις και τις αντοχές μου στην ποίηση. Είμαι σε μια διαδικασία μαθητείας.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;
Προσπαθώ να επιστρέψω στα καθαρά επιστημονικά μου διαβάσματα που αφορούν στην εθνική ταυτότητα. Τώρα μελετώ το βιβλίο του Στάθη Γουργουρή «Έθνος-όνειρο».

Τι γράφετε τώρα;
Μια σειρά διηγημάτων με κοινό θεματικό άξονα την τρίτη ηλικία. Ήδη ένα διήγημα εξ αυτών θα αναρτηθεί στο one story, τη σελίδα που επιμελείται ο Γιάννης Φαρσάρης (http://www.onestory.gr/).

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!
Όλες οι ερωτήσεις σας ήταν εξαιρετικές!

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;
Από το 2007 διατηρώ ένα λογοτεχνικό μπλογκ, το οποίο υπήρξε και η αιτία για να ασχοληθώ συστηματικότερα με τη γραφή. Σήμερα πλέον υπολειτουργεί ελλείψει χρόνου, ωστόσο είναι πάντοτε μια καλή εξάσκηση για τη σύντομη φόρμα που με ενδιαφέρει ιδιαίτερα. Για τα δυο μου βιβλία άνοιξα ισάριθμα μπλογκ, τα οποία ενημερώνω με εκδηλώσεις, κριτικές, αλλά και αποσπάσματα. Πρόσφατα άνοιξα κι ένα λογαριασμό στο facebook.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν αυτή τη συναλλαγή;
Η λογοτεχνία αιχμαλωτίζει κάτι από την αιώνια νιότη της στιγμής. Ήδη εμείς που μετέχουμε στο θαύμα της, δεν κερδίζουμε μια κάποια αθανασία; Αυτό μου είναι αρκετό.

Θανάσης Μαρκόπουλος, Όψεις και συνόψεις, τχ. 166-167 Περ. Παρέμβαση

Η Δώρα Κασκάλη, η οποία σπούδασε Ελληνική Φιλολογία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, επανέρχεται πολύ σύντομα στην εκδοτική επικαιρότητα. Δεύτερο βιβλίο του «Κάτω», μετά τις περσινές ιστορίες του «Τρένου», κι όλα δείχνουν ένα σημαντικό προχώρημα προς την κατάκτηση της συγγραφικής ωριμότητας.
Το βιβλίο συγκροτείται σε δεκαέξι κεφάλαια, τα οποία τιτλοφορούνται με θηλυκά ονόματα ανθρώπων ή τόπων κι έχουν ως μότο στίχους ή πεζογραφικά αποσπάσματα Ελλήνων συγγραφέων.Στο κέντρο βρίσκεται η Καλλιρρόη και η Καρδιά, δυο χωριά στα ορεινά ενός ανώνυμου νησιού, όπου καταφεύγουν για τις καλοκαιρινές τους διακοπές οι δύο βασικές ηρωίδες από τη Θεσσαλονίκη, η Άννα και η Αντιγόνη, άνεργη φιλόλογος η πρώτη, υπάλληλος της Νομαρχίας η δεύτερη και επίδοξη συγγραφέας. Βασικές, γιατί γίνονται η αφετηρία όλων των εξελίξεων, εξωτερικών και εσωτερικών, του επαρχιακού και του δικού τους μικρόκοσμου και γιατί είναι οι μόνες που αναλαμβάνουν την αφήγηση σε έντεκα κεφάλαια -στα υπόλοιπα πέντε η αφήγηση τυπικά μονάχα είναι τριτοπρόσωπη, αφού υιοθετεί κι εκεί τη ματιά της εκάστοτε πρωταγωνίστριας.
Παλιές ιστορίες και μύθοι, φονικά κι αρρώστιες στοιχειώνουν τον ξενώνα της «Διώνης», αδιέξοδα οικογενειακά, επαγγελματικά ανδρών και γυναικών, καινούργια προβλήματα, όπως τίθενται από την επικαιρότητα, το μεταναστευτικό με την εκμετάλλευση γυναικών από τη Ρωσία και κυρίως η οικονομική, κοινωνικοπολιτική και πολιτισμική εντέλει κρίση, η οποία ταλανίζει τους ανθρώπους του καιρού μας και απειλεί να συντρίψει τον κοινωνικό ιστό. Δε λείπει και το παιχνίδι της αυτοαναφορικότητας, αχρείαστο, κατά τη γνώμη μου, έτσι που έχει φθαρεί τα τελευταία χρόνια από την πολυχρησία, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι από ένα σημείο και πέρα ξεχνιέται κι ανασταίνεται στο τέλος και μάλιστα με χαρακτήρα άκρως πολιτικό, επαναστατικό. Το βιβλίο κλείνει με το πρώτο κεφάλαιο του Μυθιστορήματος «Μανία», που συγγράφει η Αντιγόνη, κι έχει ως θέμα την αναίμακτη επανάσταση, η οποία ξεκινάει από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και παίρνει την εξουσία στα χέρια της, προσπαθώντας να βάλει μια τάξη στην αταξία. Είναι προφανής η αναφορά στο αίτημα, που ολοένα και πιο επιτακτικά προβάλλει εσχάτως η κοινωνία, για μια ανανεωτική πολιτική παρέμβαση από ανθρώπους άφθαρτους, η οποία θα ανατρέψει το χρεοκοπημένο πολιτικό σύστημα και θα ανοίξει μια άλλη προοπτική για τον τόπο.
Το «Κάτω» εντέλει είναι ένα μυθιστόρημα που πασκίζει να φωτίσει τα πάθη και τα παθήματα των ανθρώπων αλλά και να αγγίξει φλέγοντα ζητήματα του καιρού μας. Πρόκειται για έργο που πείθει με την αλήθεια των χαρακτήρων και τη σιγουριά της γραφής του και διαβάζεται άνετα, χωρίς να καταφεύγει σε ευκολίες. Ένα πράγματι σημαντικό βήμα της Δώρας Κασκάλη προς την ωριμότητα.
σ. 94-95, περ. Παρέμβαση της Κοζάνης, τχ. 166-167.

H ψίχα των γυναικών, Διονύσης Μαρίνος, www.diavasame.gr

Η ψίχα των γυναικών
Ονόματα. Ονόματα γυναικών. Ιδιότητες γυναικών. Χαρακτήρες εκτοπισμένοι από το χρόνο και το χώρο και ταυτόχρονα αναγκασμένοι από τη ζωή να ξαναβρούν το υφάδι που τους ενώνει με τον κόσμο. Οι ηρωίδες του «Κάτω», γυναίκες ως επί το πλείστον, φέρουν το βάρος μια ζωής τεθλασμένης και ρημαγμένης από τις συνθήκες (οικονομικές, κοινωνικές, οικογενειακές -ακόμη κι από αυτές της μοίρας) και ενίοτε από τους άντρες με τους οποίους έζησαν.

Η Άννα, η Αντιγόνη, η Στέλλα, η Λιούμπα, η Ειρήνη, η Ρωξάνη είναι οι θηλυκοί πόλοι μιας ζωής που ξοδεύεται, που αφανίζεται, που μάχεται επί ματαίω, που αναζητεί ένα νόημα ύπαρξης.

Δεν μοιρολογούν, αλλά δεν γνωρίζουν και τον τρόπο για να αντισταθούν. Τον μαθαίνουν εν προόδω, μέσα από τα πάθη και τα λάθη τους.

Η Δώρα Κασκάλη στήνει ένα πολυπρισματικό, πολυφωνικό μυθιστόρημα πατώντας σε έναν ρεαλισμό που, όμως, δεν ρέπει προς την «προφάνεια» και τον φορμαλισμό. Καίτοι χρησιμοποιεί υλικά που η λογοτεχνία (ελληνική και παγκόσμια) έχει επεξεργαστεί κατά κόρον, αφήνει τις ηρωίδες να κάνουν «παιχνίδι». Δεν επεμβαίνει επί της δράσης, δεν επιβλέπει, δεν διορθώνει, δεν υποσημειώνει.

Η πλοκή μεταφέρεται σε ένα ορεινό χωριό κάποιου νησιού – έναν χώρο φορτισμένο έντονα από το παρελθόν του αλλά και από το πνιγηρό παρόν του. Σε αυτό το κουκούλι κινούνται οι γυναικείες υποστάσεις. Όμως, ακόμα και αυτός ο χώρος διαθλάται μπρος στα μάτια μας: παρά τη γραμμική ανάπτυξη του μυθιστορήματος, υπάρχουν «δράσεις» που μας μεταφέρουν στο απώτατο παρελθόν, πάθη που παραμένουν στο κατακάθι του παρόντος και πράξεις που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον.

Επί της ουσίας, το «Κάτω» με θαυμαστή οικονομία διατρέχει δύο αιώνες… Ελλάδας, κάνει χειροπιαστές κάποιες μακρινές εικόνες φεουδαρχικής ζωής στην επαρχία, εισβάλλει στο παρόν με τρόπο καίριο (η οικονομική κρίση και τα συμπαρομαρτούντα αυτής είναι έντονα) και μέσω της Αντιγόνης, που φιλοδοξεί να γίνει συγγραφέας, βλέπουμε –ως μια προβολή στο μέλλον- και μια «φέτα» πραγματικότητας που μας περιμένει την επαύριον.

Το «Κάτω» είναι ένα μυθιστόρημα γραμμένο από γυναίκα, με κεντρικές ηρωίδες γυναίκες, αλλά που δεν απευθύνεται μόνο σε γυναίκες (sic). Ο… οίκος του ασθενούς φύλου είναι γεμάτος από αντρικές παρουσίες που λειτουργούν ως σπινθήρες. Άντρες βίαιοι, δεσποτικοί, έκφυλοι, «παραδοσιακοί», άντρες δυνάστες και άντρες γεμάτοι τύψεις για όσα έκαναν ή δεν έκαναν στη ζωή τους. Ένας χορός που στήνεται γύρω από το θήλυ, τη σταθερή καρδιά αυτού του κόσμου.

Τεχνικά, το μυθιστόρημα είναι χωρισμένο σε 16 κεφάλαια. Κάθε ένα από αυτά φέρει ένα γυναίκειο όνομα. Κάθε ένα από αυτά, όμως, «συνομιλεί» υποδόρια με την προμετωπίδα του (συνήθως αποσπάσματα ποιημάτων γραμμένα από άντρες). Το επίσης ενδιαφέρον είναι ότι κάποιοι από τους σπονδύλους μπορούν να λειτουργήσουν και αυτόνομα (χαρακτηριστικό παράδειγμα το κεφάλαιο με την ονομασία «Δημοκρατία»). Διόλου παράξενο, καθώς η Κασκάλη έγινε γνωστή με την επιτυχημένη συλλογή διηγημάτων «Στο τρένο» και εξακολουθεί να διακονεί το είδος.

Εν τέλει εδώ έχουμε ένα μυθιστόρημα με στιβαρή γλώσσα, με κατεργασμένη δομή, με χαρακτήρες ευδιάκριτους (αυτό που λέμε «της διπλανής πόρτας») και με θεματική που πατάει στο σήμερα δίχως να κραυγάζει συνθήματα και τσιτάτα.

Πηγή: http://www.diavasame.gr

Θέματα γυναικών του Βαγγέλη Σερδάρη, περ. Ένεκεν

Eneken Cover 26blog

Στο βιβλίο Κάτω της Δώρας Κασκάλη η εξαιρετική αφήγηση δένει με τις στιγμές της ιστορίας που διηγείται η συγγραφέας σαν να τις έζησε η ίδια, σαν να ήταν η ίδια μέσα στα γεγονότα, σαν μια αληθινή ιστορία. Η Αντιγόνη και η Άννα είναι δύο νέες γυναίκες , που κάνουν καλοκαιρινές διακοπές σε ένα ορεινό παραδοσιακό χωριό ενός αιγαιοπελαγίτικου νησιού. Η Αντιγόνη είναι συγγραφέας και ψάχνει να βρει τον ήρωα για το επόμενο βιβλίο της. Η Άννα ψάχνει την ανεμελιά της. Ζώντας όμως στο χωριό, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο έρχονται σε επαφή με τους ντόπιους και έτσι μαθαίνουν τις ιστορίες ανθρώπων μιας μικροκοινωνίας που συνθέτουν την ιστορία του χωριού. Πρόκειται για ιστορίες γυναικών στις οποίες διακρίνουμε  τη σύγχρονη πραγματικότητα που αφορά στο γυναικείο φύλο. Αφηγούμενη τα πάθη, τους έρωτες, την καταπίεση, τις σχέσεις με τους άνδρες, την πολυπλοκότητα αλλά και την αφέλεια μιας μικροκοινωνίας στην ελληνική επαρχία, η συγγραφέας μας παρουσιάζει τον πίνακα της σύγχρονης νεοελληνικής  κοινωνίας. Μας άρεσε η ιστορία της Όλγας και μας συγκίνησε. Η Κασκάλη είναι από τους πιο ενδιαφέροντες αφηγητές της νεοελληνικής πεζογραφίας και το αφηγηματικό της ύφος, όπως το παρατηρούμε να διαμορφώνεται από βιβλίο σε βιβλίο της, μας παραπέμπει στην κινηματογραφική ματιά και την ευστοχία του κινηματογραφικού λόγου. Το βιβλίο διαβάζεται ευχάριστα και συγκινεί τον αναγνώστη.

Ένεκεν, Οκτώβριος-Νοέμβριος-Δεκέμβριος 2012

Ανάγνωση της Άννας κουστινούδη στο τεύχος νο 19 του ηλεκτρονικού περιοδικού Βακχικόν

Κάτω, Μυθιστόρημα, Δώρα Κασκάλη, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2011

A woman in the shape of a monster   a monster in the shape of a woman   the skies are full of them. Adrienne Rich

Εχω γεμίσει μ΄έναν τυφλό θυμό που ξεχειλάει από μέσα μου και δεν ξέρω ποιόν και τι θα πάρει στο διάβα του… κάτι σαν το ρέμα της Γιασημώς έξω απ’ την Καλλιρόη, που…ξυπνάει άξαφνα απ΄το λήθαργό του και πνίγει από ζωντανά μέχρι ανθρώπους. Δώρα Κασκάλη

εγώ πιά δεν του ανήκω και πρέπει μονάχη να είμαι, εγώ, η άνθρωπος. Ζωή Καρέλλη

 

Η περιπέτεια της αφήγησης στο μυθιστόρημα «Κάτω» της Δώρας Κασκάλη είναι γυναικεία υπόθεση. Η γυναικεία οπτική είναι αυτή πού κυριαρχεί, παρά το γεγονός ότι τοποθετείται και εξελίσσεται κυριολεκτικά «Κάτω» από τη ματιά και την επίβλεψη του πατριαρχικού λόγου και βλέμματος, γεγονός που αποτελεί μια ενδιαφέρουσα αντίθεση και ένα διακειμενικό εύρημα πού δεν περνάνε απαρατήρητα. Ενδιαφέρων και ο αμφίσημος τίτλος του βιβλίου, ο οποίος ποικιλοτρόπως πραπέμπει όχι μονο στο ενδοδιηγητικό σύμπαν του κειμένου, αλλά και  στην, από πολλές απόψεις «Κάτω», σύγχρονη Ελληνική πραγματικότητα.
Το χωροχρονικό περικείμενο της οριζόντιας αφήγησης τοποθετείται στο παρόν, στη σύγχρονη Ελλάδα της οικονομικής και αξιακής κρίσης και σκιαγραφεί καταστάσεις παρόμοιες μ’ αυτές που βιώνουν ο σημερινός αναγνώστης και αναγνώστρια. Ωστόσο, ο χωροχρόνος και η μυθιστορία στο «Κάτω» λειτουργούν, όπως θα δούμε, και διαχρονικά, σε παράλληλα αφηγηματικά επίπεδα, ενώ ο κάθετος αφηγηματικός άξονας εμφορείται από τις εξίσου διαχρονικά επίκαιρες θεματικές/προβληματικές του ματαιωμένου έρωτα, των  καθοριστικής σημασίας για την ανθρώπινη κατάσταση ενδοοικογενειακών σχέσεων, της έμφυλης και ταξικής υποκειμενικότητας, καθώς και από τα εν γένει υπαρξιακά διλλήματα του ανθρώπινου υποκειμένου.
Κάθε ένα από τα δεκαέξι κεφάλαια του βιβλίου άλλοτε φέρει ως τίτλο το όνομα μίας εκ των ηρωίδων του (Άννα, Αντιγόνη, Στέλλα, κ.α.) και άλλοτε κάποιο περικειμενικό τοπωνύμιο, πάντα γένους θηλυκού (Διώνη, Αρνησάνη, Καλλιρόη), στο χώρο του οποίου κινούνται, πάσχουν και εξελίσσονται, συγχρονικά και διαχρονικά, οι ηρωίδες-αφηγήτριες. Ωστόσο, είναι αξιοσημείωτο, όπως έχει ήδη αναφερθεί, το γεγονός ότι ο ανδρικός έντεχνος λόγος είναι αυτός που στην κυριολεξία μονοπωλεί το βλέμμα της αναγνώστριας/η στην αρχή κάθε κεφαλαίου, εν είδει ποιητικών, κυρίως, αλλά και πεζών σπαραγμάτων, πού χρησιμοποιούνται ως εισαγωγικά μόττο, εξισορροπώντας, εν είδει εξιλέωσης(;), έτσι την γυναικοκεντρική αφηγηματική επιλογή της συγγραφέως. Όλα τους, πλήν ενός – αυτό της πλέον καταξιωμένης ποιήτριας και ακαδημαϊκού Κικής Δημουλά – υπογράφονται από καθιερωμένους στο λογοτεχνικό κανόνα και στην συλλογική αναγνωστική συνείδηση ποιητές και πεζογράφους και προϊδεάζουν υπαινικτικά για τη θεματική  της κάθε ενότητας.
Στο «Κάτω» η Κασκάλη χειρίζεται με μαεστρία το μυθοπλαστικό υλικό της επιλέγοντας την τεχνική της πολυπρισματικής αφήγησης, και συνακόλουθα, της πολυφωνικότητας, ενώ στο ενδέκατο, όπως και στο προτελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου, ενεργοποιείται και η σύμβαση της επιστολικής μυθιστορίας. Δεν επιστρατεύεται κάποιος παντογνώστης εξωδιηγητικός αφηγητής/τρια, δομείται, ωστόσο, μια σειρά από αποσπασματικά αλληλοκαλυπτόμενες ενδοδιηγητικές γυναικείες φωνές του παρόντος και του παρελθόντος, που διατρέχουν, και, ενίοτε, στοιχειώνουν τα διάκενα της γραφής ως φαντασματικές και αρχετυπικές μορφές. Τέτοιες είναι οι τραγικές νεκρικές φιγούρες της πολύπαθης, κατατρεγμένης μετανάστριας Όλγας, της κακοποιημένης από τον αιμομίκτη πατέρα και δολοφόνο της, Φωτεινής και της φημολογούμενης μάγισσας Γιασημώς, η εξοστρακισμένη μορφή της οποίας αναδύεται μέσα και «Κάτω» από το ονειρικό υποσυνείδητο, από τα έγκατα του κειμένου, αφηγούμενη την ομαδική καταδίωξη της και τον ίδιο της το φόνο μέσα από την κατοπτρική φωνή της σύχρονης αφηγήτριας Άννας. Φωνές, τόσο καταπιεσμένων, όσο και καταπιεστικών, γυναικών, λοιπόν, κυριαρχούν και εστιάζουν στο αφηγηματικό παρόν και παρελθόν, ευρισκόμενες μεταξύ τους σε έναν συνεχή, διαγενεακό διάλογο, μια και μοιράζονται παρόμοιες επιθυμίες, ελπίδες, αυταπάτες, απώλειες, βιώματα και αδιέξοδα, παρά την ιδιοσυγκρασιακή και εθνολογική ιδιαιτερότητά τους, το χρονικό χάσμα που τις χωρίζει και τις ιστορικές και κοινωνικο-οικονομικές συνθήκες που τις διαφοροποιούν και τις συγκροτούν ως έμφυλα και εθνικά υποκείμενα. Ταυτόχρονα, συνδιαλέγονται με έναν εξίσου αποσπασματικό ανδρικό αφηγηματικό λόγο, ο οποίος, αν και εγκιβωτισμένος στο περιθώριο, αναλαμβάνει την αφηγηματική σκυτάλη σε κομβικά για την εξέλιξη της πλοκής σημεία του κειμένου, γεγονός που σηματοδοτείται και από την αλλαγή στη μορφή των γλωσσικών συμβόλων του κειμένου, με τη γραφή να μετατρέπεται από όρθια σε πλάγια.
Αυτά τα αναληπτικά σημεία διείσδυσης της ανδρικής ματιάς αφορούν σχεδόν πάντα στην τροφοδοσία της γραφής με τις λεπτομέρειες εκείνες του χωροχρονικού περικειμένου, πού αποτελούν κομμάτι της Ιστορίας της νησιωτικής υπαίθρου, όπου δρούν και έδρασαν οι χαρακτήρες. Συγκροτούν ένα παράλληλο αφηγηματικό, και ακραιφνώς πατριαρχικό σύμπαν, το οποίο εμφορείται από επιμέρους ιστορίες και αφηγήματα της ντόπιας προφορικής παράδοσης, με έμβλημά τους τον έκλυτο και αδίστακτο Φωτεινό Θοδούλη ως αρχετυπική πατριαρχική μορφή. Ο χρόνος των αναληπτικών αυτών επεισοδίων εκτείνεται τόσο στο τραγικό παρελθόν και το αβέβαιο παρόν, όσο και σ’ αυτό ακόμα το πιο αισιόδοξο μέλλον, όπως καταδυκνύεται από τη μετονομασία της μαρτυρικής Αρνησάνης σε Καλλιρόη, αλλά και από την τελική, ελπιδοφόρα μεταστροφή και των δύο σε τόπους δημιουργικής, συλλογικής και αλληλέγγυας συνύπαρξης και συντροφικότητας ανθρώπων σε καιρούς αξιακής κρίσης και οικονομικής δυσπραγίας.
Και ενώ η γυναικεία αφηγηματική ματιά κυριαρχεί και σχεδόν μονοπωλείται από τις τρείς βασικές ενδοδιηγητικές αφηγήτριες-ηρωίδες Άννα, Αντιγόνη και Στέλλα, άλλοτε ως πρωτοπρόσωπη αυτοδιηγητική και άλλοτε ως τριτοπρόσωπη ετεροδιηγητική, ο ανδρικός λόγος που εκφέρεται από το αφηγητή-ήρωα Λάμπρο εμφανίζεται σαφώς οριοθετημένος και μάλλον αδύναμος, ατελής και αναξιόπιστος σε σχέση με τον γυναικείο, μέσω του οποίου φιλτράρεται πριν επιβεβαιωθεί και αποκτήσει αξιοπιστία. H ανδρική οπτική δηλαδή, τοποθετείται, εκ νέου, στο αφηγηματικό μικροσκόπιο της γυναικείας ματιάς πριν γίνει πιστευτή, γεγονός που παραπέμπει στην ευάλωτη θέση που καταλαμβάνουν μέσα στο κείμενο οι άνδρικοί χαρακτήρες της οριζόντιας αφήγησης, οι οποίοι, ενώ από δομικής άποψης περιορίζονται στις παρυφές του μυθιστορήματος, αναλαμβάνοντας ρόλους σαφώς δευτερεύοντες και περιορισμένους, αποδεικνύονται στην πορεία υπαίτιοι – ενίοτε ως θύματα και οι ίδιοι – των συμφορών, των ματαιωμένων ερώτων, της βίας, των προσωπικών αδιεξόδων και της αίσθησης απώλειας που βιώνουν οι ηρωίδες, σχεδόν όλες τους γεννημένες και γαλουχημένες σε πολυκαιρισμένες πατριαρχικές, εξουσιομανείς, νέο-φιλελεύθερες κοινωνίες, εθισμένες στο κυνήγι του πλούτου, στη διαφθορά, στους συμβατικούς κώδικες ύπαρξης και στον ωφελιμιστικό ατομοκεντρισμό.
Τέλος, από το «Κάτω» δεν λείπει ούτε η αυτό-αναφορικότητα της ίδιας της γραφής, εν είδει συγγραφικής δυστοκίας, η οποία εγκιβωτίζεται και τοποθετείται στις απαρχές και στον επίλογο του βιβλίου, όπως βιώνεται από την ηρωίδα-αφηγήτρια και επίδοξη συγγραφέα, Αντιγόνη, η οποία ταλανίζεται από ανασφάλειες και αναποφασιστικότητα στην προσπάθειά της να βρεί τη δική της φωνή και το δικό της συγγραφικό στίγμα, έτσι ώστε να γράψει το πόνημα εκείνο που θα πρωτοπορήσει και θα παρέμβει λογοτεχνικά, με καίριο τρόπο, στο πολύπαθο οικοδόμημα που λέγεται δημοκρατία. Η δυστοκία, που αίρεται με το θάνατο της θείας η οποία υπαινικτικά αμφίσημο όνομα Δημοκρατία-Μπέμπα, παραπέμπει στο σήμερα και η ροή της γραφής ενός πολιτικά ανατρεπτικού, επαναστατικού κειμένου επιτέλους ενεργοποιείται, ωθούμενη από αντιφατικά συναισθήματα θυμού, απελπισίας, αλλά και ελπίδοφόρας προσμονής. Οι αράδες της Αντιγόνης αρχίζουν με «Μανία» να οργώνουν τη σελίδες με την ελπίδα να κινηθεί, «έστω και μια σπιθαμή, [από]τον σκουριασμένο τροχό αυτής της γριάς πατρίδας.»

Άννα Κουστινούδη

Κριτική παρουσίαση του «Κάτω» στο περ. «Μανδραγόρας» τχ. 46 (Άνοιξη-Καλοκαίρι 2012)

Πριν από δυο χρόνια περίπου η Δώρα Κασκάλη εμφανίστηκε με μια συλλογή διηγημάτων αξιόλογη -Στο τρένο-, που την είχαμε παρουσιάσει και από το Μανδραγόρα (τεύχ. 43). Τώρα στο δεύτερο βιβλίο της μοιάζει να ανοίγεται -κάπως διστακτικά- στο χώρο του μυθιστορήματος. Αποφεύγοντας ωστόσο να χαρακτηρίσει το έργο, αφήνει τον αναγνώστη της να παρακολουθήσει τη σπονδυλωτή του δομή και να αναζητήσει μαζί με τις ηρωίδες τις δικές του απαντήσεις. Όταν βέβαια φτάσει στο τέλος του βιβλίου λίγο τον ενδιαφέρει -τον αναγνώστη- αν διάβασε ένα μυθιστόρημα ή αν παρασύρθηκε από μια γοητευτική αφήγηση εκεί όπου η συγγραφέας θέλησε να τον οδηγήσει.

Δυο γυναίκες μόνες, μεταξύ τριάντα και σαράντα, αποφασίζουν να περάσουν λίγες μέρες σε ένα ελληνικό νησί. Δεν προσδιορίζεται το νησί, όμως μοιάζει να είναι του Αιγαίου -πιθανόν στο Βόρειο Αιγαίο. εγκαθίστανται σ’ ένα ορεινό χωριό αρκετά ερημωμένο, όπου όμως ένας ξενώνας και μια ταβέρνα διαητρούν την αυθεντικότητα και τον χαρακτήρα τους· ο ξενώνας χάρη στον αριστερό διανοούμενο ιδιοκτήτη του και η ταβέρνα χάρη σε μια απλή γυναίκα που γύρισε στο χωριό της μετά τα πενήντα, αφού πρώτα αποκατέστησε τα παιδιά της στην Αθήνα. Το βιβλίο οργανώνεται σε δεκαέξι κεφάλαια, που όλα έχουν για τίτλους γυναικεία ονόματα. Οι γυναίκες άλλωστε και η μοίρα τους στη χώρα μας είναι οι πρωταγωνιστές του βιβλίου. Επιλέγονται γυναίκες νέες αλλά και μεγαλύτερες, ελληνίδες αλλά και κάποιες μετανάστριες που ήρθαν εδώ για να ζήσουν και να φτιάξουν τη ζωή τους.

Τη συγγραφέα μοιάζει να την ενδιαφέρει πολύ η μοίρα της Ελλάδας αλλά και η συνυφασμένη μ’ αυτή, θέση της γυναίκας. Συμμερίζεται τα βάσανα, την καταπίεση, τη χαμηλή αυτοεκτίμηση, το μόχθο της γυναίκας είτε είναι μάνα είτε κόρη είτε σύζυγος είτε ερωμένη. Δεν κακίζει τους άντρες, πιο πολύ, νομίζω, θλίβεται για την ατολμία της γυναίκας να τα βάλει με τους γονείς της, με το σόι, με τον άντρα της.

Η αφήγηση είναι πολυφωνική, τουλάχιστον επιφανειακά. Οι γυναίκες μιλάνε σε πρώτο πρόσωπο και η εστίαση δεν είναι σταθερή. Ωστόσο πίσω από τα τεχνάσματα, η φωνή ανήκει στη συγγραφέα που επιλέγει και την αισιόδοξη κάθαρση του τέλους.

Στις προθήκες

Ριζοσπάστης 19/5/2012, παρουσίαση στη στήλη των νέων εκδόσεων

— Γαβριηλίδης: Δώρα Κασκάλη «Κάτω» (σπονδυλωτό αφήγημα – ιστορίες γυναικών στη διάρκεια δύο αιώνων).

Στις προθήκες του Βήματος, 27-5-2012:

Κάτω: Η αφήγηση διατρέχει δύο αιώνες ιστορίας αλλά επικεντρώνεται σε ένα παρόν ηθικής, οικονομικής και πολιτικής παρακμής. Η ιστορία εκτυλίσσεται στα ορεινά κάποιου νησιού, σε ένα ερειπωμένο χωριό που παλεύει να αναστηθεί με τις άοκνες προσπάθειες μιας εκ των ηρωίδων. Εκεί συμπλέκονται οι μικρές ιστορίες γυναικών που ταλανίζονται από σύγχρονα πρακτικά αλλά και υπαρξιακά αδιέξοδα, όπως και γυναικών που δεν βρίσκονται στη ζωή.

 

 

Κάτω: Ένα μυθιστόρημα για την εποχή της κρίσης

Τρίτη, 17 Απρίλιος 2012

 H συγγραφέας Δώρα Κασκάλη μιλά στον Κώστα Στοφόρο.

Είναι από τις περιπτώσεις που ο πρόλογος μοιάζει μάλλον περιττός. Η συγγραφέας Δώρα Κασκάλη -που μας συστήθηκε με τη συλλογή διηγημάτων Στο τρένο- στη συνέντευξή της λέει πολλά σημαντικά και ουσιώδη και δίνει η ίδια το στίγμα του πολύ ενδιαφέροντος όσο και επίκαιρου μυθιστορήματός της Κάτω που κυκλοφόρησε πρόσφατα.

 
Οι ήρωες του μυθιστορήματός σου ζουν σε ένα συγκεκριμένο περιβάλλον και επηρεάζονται άμεσα από την οικονομική και την πολιτική πραγματικότητα. Θα χαρακτήριζες το βιβλίο σου «στρατευμένο»;
Νομίζω πως έχει δοθεί στον όρο «στρατευμένη» λογοτεχνία ένα πολύ ειδικό ιστορικό βάρος. Ένα μυθιστόρημα που γράφεται σήμερα, όπως το δικό μου, έχει ένα άλλο βλέμμα απέναντι στην πραγματικότητα. Αν στράτευση είναι η απομάκρυνση από τις ομφαλοσκοπήσεις και το αυτιστικό σύμπαν πολλών από τους λογοτεχνικούς ήρωες των προηγούμενων δεκαετιών και η ανάδειξη της ιδιαιτερότητας της ανθρώπινης κατάστασης μέσα στο ιστορικό γίγνεσθαι, νομίζω ναι, ότι μπορεί το μυθιστόρημά μου να ενταχθεί σε ένα είδος νέου «κοινωνικού» μυθιστορήματος που ανατέμνει -ή τουλάχιστον προσπαθεί να το κάνει- τα μεγάλα κοινωνικά ζητήματα που μας ταλανίζουν τα τελευταία χρόνια, αναδεικνύοντάς τα μέσα στο μικρόκοσμο των ηρώων του.
Θέλω να πω ότι η ανθρώπινη ζωή, όπως αποτυπώνεται στην πλοκή του βιβλίου, ενδιαφέρει και ως προς τις αιώνιες υπαρξιακές αναζητήσεις της αλλά και στο βαθμό που αλλοιώνεται ή συντρίβεται κάτω από τις μυλόπετρες της ιστορίας. Ξεκινώντας με τη συγγραφή του Κάτω, ήθελα πρωτίστως να γράψω ένα μυθιστόρημα στο οποίο θα πρωταγωνιστεί εκτός από το θέμα του και η απόλαυση της αφήγησης. Αν ήθελα να κάνω πολιτική καταγγελία ή κοινωνιολογική ανάλυση, θα προτιμούσα να γράψω ένα αυστηρά ακαδημαϊκό κείμενο. Κι αυτό νομίζω ότι είναι το βασικό μειονέκτημα της στρατευμένης λογοτεχνίας, γιατί η θέση του συγγραφέα καπελώνει τελικά το όποιο αισθητικό αποτέλεσμα.

Όλα τα κεφάλαια του μυθιστορήματος φέρουν ως τίτλο ένα γυναικείο όνομα. Προσπάθησες να δεις τα πράγματα με μια «γυναικεία» οπτική;
Η αφηγηματική σκοπιά ήταν λιγάκι παρακινδυνευμένη: γυναίκες αφηγήτριες μονοπωλούν σχεδόν το μυθιστορηματικό χρόνο, ενώ ο ανδρικός λόγος λανθάνει ή εγκιβωτίζεται εξιστορώντας το παρελθόν, με μόνη εξαίρεση τα mottos σε κάθε κεφάλαιο, τα οποία προέρχονται σχεδόν όλα -με εξαίρεση ένα απόσπασμα από ποίημα της Δημουλά- από κείμενα αντρών, λογοτεχνών ή διανοητών. Δεν ήθελα, όμως, να γράψω ένα μονοθεματικό μυθιστόρημα, να περιοριστώ δηλαδή στη γυναικεία οπτική, χάνοντας το ανδρικό κοινό. Προτίμησα την ειρωνεία, τις μέτριες θερμοκρασίες, την αποστασιοποιημένη αφήγηση. Νομίζω ότι δηλώνουν πιο ανάγλυφα αυτά που θα έλεγε με λιγότερο διεισδυτικό τρόπο ένα στρατευμένο κείμενο «γυναικείας γραφής». Δυστυχώς τα τελευταία χρόνια, όταν μιλούμε στην Ελλάδα για γυναικεία οπτική, αναφερόμαστε ως επί το πλείστον σε ένα συγκεκριμένο είδος γραφής που ανθίζει στους εύφορους και εξαιρετικά προσοδοφόρους λειμώνες της παραλογοτεχνίας.
Στο βιβλίο μου οι γυναίκες μιλούν, αλλά τα θέματα που τις απασχολούν δεν διαφέρουν, εν πολλοίς, από αυτά που βασανίζουν και τους άντρες δευτεραγωνιστές, μολονότι είναι πάντα δεσπόζον και το ζήτημα των σχέσεων των δύο φύλων στη συγχρονία και τη διαχρονία του.

Έχεις δώσει κάποια δικά σου χαρακτηριστικά στις ηρωίδες του βιβλίου σου;
Ως ένα βαθμό ναι. Βέβαια, κάποτε και άντρες ήρωες των διηγημάτων μου μοιράζονται το αυτοβιογραφικό υλικό που πάει να μετασχηματισθεί σε λογοτεχνία και να ξεφύγει από τις πηγές του, επι-κοινωνώντας με το θυμικό και το συναισθηματικό οπλοστάσιο του εκάστοτε αναγνώστη. Εννοώ δηλαδή ότι τα μυθιστορηματικά πρόσωπα αρδεύονται από το στομάχι τού συγγραφέα και τις αναμνήσεις του από πρόσωπα με τα οποία συναντήθηκε σε όλη τη διάρκεια του βίου του. Όμως το τελικό αποτέλεσμα, μιλώντας πάντα για την καλή λογοτεχνία, πρέπει να διεγείρει την αναγνωστική συγκίνηση και να μην καταντά ένας περίκλειστος κόσμος αυτοεξομολόγησης που δεν αφορά κανέναν εκτός από το δημιουργό του.

Βρήκα εξαιρετική την ηρωίδα σου που το όνομά της είναι «Δημοκρατία» αλλά τη φωνάζουν «Μπέμπα». Τι θέλησες να αναδείξεις με αυτό τον τρόπο;
Η ζωή της Δημοκρατίας συμπυκνώνει με τον πλέον συμβολικό τρόπο την ιστορία της Ελλάδας, από τη χούντα μέχρι σήμερα. Διαχειρίστηκε με τρόπο πολιτικάντικο και καιροσκοπικό την ίδια τη ζωή της, βόλεψε τα παιδιά και τους συγγενείς της στο Δημόσιο, έκανε προκοπή με τις γνωριμίες της στο εκάστοτε κυβερνόν κόμμα. Είναι μια Δημοκρατία που έχει χάσει το πραγματικό της νόημα, υιοθετώντας ένα καλλιτεχνικότερο ψευδώνυμο, τόσο ταιριαστό με την εποχή της ανόδου της ασημαντότητας και της τηλεοπτικής αισθητικής του ευ ζην, που διάβρωσε τις πιο θεμελιακές αξίες του ανθρώπινου προσώπου μας και της κοινωνικής συνύπαρξης. Ωστόσο, μιλώντας για τη μυθιστορηματική ηρωίδα μου, έχει και μια ανθρωπιά αυτή η γυναίκα, δεν το βάζει κάτω ακόμη και μπροστά στο θάνατο.

Η κρίση είναι παρούσα σε κάθε σελίδα του βιβλίου σου. Στον επίλογο κλείνεις, μάλιστα, με μια ιδιότυπη εξέγερση. Πιστεύεις πως τα πράγματα θα αλλάξουν; Πώς θα γίνει αυτό;
Τέλη του 2008 είχα στα χέρια μου μια πρώτη μορφή του βιβλίου. Συνεχείς διορθώσεις με έφτασαν ώς το καλοκαίρι του 2010, οπότε και γράφτηκαν τα δύο τελευταία του κεφάλαια. Ο βασικός κορμός του υπήρξε δυσάρεστα προφητικός, γιατί γράφτηκε σε μια περίοδο ανύποπτη, όταν μόλις ξεκινούσε στη Δύση η κρίση με την κατάρρευση κάποιων τραπεζών-κολοσσών και τα τοξικά ομόλογα που μόλυναν τις δυτικές οικονομίες, αλλά φάνταζαν πολύ μακρινά για μας. Δεν θέλησα όμως να γράψω μια ιστορία για την κρίση, χαϊδεύοντας τα γούστα των αναγνωστών ή προσπαθώντας να είμαι επικαιρική. Η έγνοια μου ήταν να περιγράψω με αφορμή το μικρόκοσμο ενός νησιού, τα αμαρτήματα που οδήγησαν στη μεγάλη πλέον κλίμακα σε μια πολλαπλή κρίση: υπαρξιακή, κοινωνική, πολιτική, οικονομική, μια κρίση τελικά στο ίδιο το φαντασιακό του ελληνικού έθνους.
Προχωρώντας στα τελευταία κεφάλαια, η κρίση ανατρέπει όλες τις μικρές ζωές. Κάποιες από τις ηρωίδες μου επιλέγουν να αντισταθούν συσπειρώνοντας τις δυνάμεις τους στις μικρές κοινωνίες της αγάπης και της αλληλεγγύης, επιστρέφοντας πίσω στην ύπαιθρο και την αυτάρκεια της πρωτογενούς παραγωγής. Κάποιοι άλλοι βρίσκουν την ευκαιρία να αλλάξουν ριζικά την παραδομένη στις συμβάσεις ζωή τους. Άλλοι επιλέγουν να αναλάβουν έναν πιο δυναμικό ρόλο στο κοινωνικό γίγνεσθαι. Όλοι, όμως, επιλέγουν τη ζωή.
Μέσα σε ένα πραγματικά ζοφερό τοπίο ήθελα να υπενθυμίσω τις βασικές σταθερές της ζωής, να δώσω στον τάφο, στον οποίο ζουν πολλοί από τους ήρωές μου, μια έξοδο διαφυγής. Στο τελευταίο κεφάλαιο, η συγγραφέας ηρωίδα μου, περιγράφοντας μια μυθιστορηματική δυστοπία θέλει να υπερασπιστεί τη δική της ουτοπία, ότι μέσω της τέχνης μπορεί να αλλάξει ο άνθρωπος.
Δεν είμαι τόσο αισιόδοξη. Δεν ξέρω αν τα πράγματα θ’ αλλάξουν γρήγορα. Βρισκόμαστε ακόμη σε μια κατάσταση σοκ: οι ανατροπές του βιοτικού επιπέδου μας, η διάχυτη αίσθηση της ήττας ή μιας ευκαιρίας χαμένης που είχαμε ως κράτος, είναι πολύ καταλυτικές για να μας επιτρέψουν να αναστοχαστούμε τις ριζικές αλλαγές που πρέπει να γίνουν σε ατομικό αλλά και εθνικό επίπεδο.
Πιστεύω ότι στο ατομικό επίπεδο τα πράγματα θα αλλάξουν με την προσκόλληση στη δημιουργία, με την εμμονική υπεράσπιση της ζωής σε όλη την καλειδοσκοπική πολυμορφία της, με την κατάφαση και όχι την άρνηση. Στο συλλογικό επίπεδο η αλλαγή θα προκύψει μόνο με τον επαναπροσδιορισμό των υποχρεώσεών μας ως πολιτών, με ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο που θα υπογραφεί απ’ όλους μας…

Μπορεί να είναι μια λύση, μια διέξοδος η «επιστροφή στο χωριό»;
Νομίζω ότι για αρκετούς ανθρώπους που έμειναν άνεργοι σε μια οικονομία σε διαρκή ύφεση μπορεί να είναι και η μόνη διέξοδος επιβίωσης. Ήδη το κάνουν κάποιοι, αυτοί τουλάχιστον που κράτησαν τα πατρογονικά τους σπίτια και κτήματα. Έχει κι αυτή η ζωή τις δυσκολίες της, έζησα σε χωριό και ξέρω, αλλά νομίζω ότι τα πράγματα είναι καλύτερα στην επαρχία, η οποία βιώνει λιγότερο έντονα την κρίση, σε σχέση με την Αθήνα. Χρειάζεται, όμως ένα εθνικό πλάνο για την αναβίωση της γεωργίας, το ξαναζωντάνεμα των εγκαταλειμμένων χωριών. Οτιδήποτε γίνει αποκλειστικά και μόνο από τους ιδιώτες, θα είναι σπασμωδικό και χωρίς διάρκεια ζωής. Για μένα αυτή η επιστροφή στο χωριό λειτουργεί σε επίπεδο συμβολικό και ως επιστροφή στην πατρίδα, στη μνήμη, στην παράδοση, αλλά όχι με την έννοια της προγονοπληξίας και της προσκόλλησης στη συντήρηση και το παρελθόν. Έχει περισσότερο να κάνει με ένα κοίταγμα στις δημιουργικές και ζωογόνες δυνάμεις του παρελθόντος για να είναι αποτελεσματικότερο το άλμα μας στο μέλλον.

Post Navigation